Αρχειοθήκη ιστολογίου

Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

Αναίσθητοι και ονειροπόλοι 3ον

ΠΕΣ΄ΤΟ Μ΄ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ 



    Το  γύρισμα εκείνη την ημέρα δεν έλεγε να τελειώσει
Η Δώρα Βελλή ηθοποιός του θεάτρου, δεν είχε δουλέψει πολύ σε τηλεοπτικές σειρές. Εκτός από μερικές περιστασιακές σαν γκεστ, αλλά τώρα είχε μια καθημερινή σειρά και έπρεπε να βρίσκεται συνέχεια στα πλατώ για τα γυρίσματα.  Και αυτό την κούραζε πολύ γιατί δεν είχε χρόνο να δουλέψει και στο θέατρο που τόσο αγαπούσε.
- Έλα πάμε πάλι αυτή τη σκηνή. Φώναζε ο σκηνοθέτης.
Έπρεπε να τελειώσουν μερικά επεισόδια για να πάρουν λίγες μέρες άδεια για το Πάσχα που ερχόταν.  Κι όλοι ήσαν κουρασμένοι και αγχωμένοι, με το παραμικρό νευρίαζαν μεταξύ τους και χάλαγαν την ατμόσφαιρα.
Η Δώρα δεν ήταν πια μικρή για να κάνει ρόλους ενζενύ. Είχε περάσει τα σαράντα. Στο σήριαλ είχε το ρόλο μιας κακιάς και ραδιούργας γυναίκας που ταλαιπωρούσε τους καλούς της ιστορίας. Της άρεσε ο ρόλος της και τον έπαιζε πολύ καλά, τον ευχαριστιόταν κιόλας.
Ο χρόνος είχε διαφυλάξει την φρεσκάδα στο πρόσωπό της. Έμοιαζε για πολύ μικρότερη , γιατί η δουλειά της απαιτούσε να φροντίζει και να περιποιείται τον εαυτό της, συχνά και τακτικά.
Δεν είχε την κλασσική ομορφιά , είχε όμως τύπο και στυλ. Το βλέμμα έδειχνε έντονη προσωπικότητα και δυνατό χαρακτήρα. Με μια πρώτη γνωριμία ήταν εύκολο να την αντιπαθήσεις και να την απορρίψεις. Αν όμως κάποιος επέμενε να την γνωρίσει καλύτερα , ανακάλυπτε μια γλυκιά , γενναιόδωρη και τρυφερή γυναίκα .
Μια γυναίκα που έδινε την φιλία της απλόχερα στους λίγους και εκλεκτούς που κατά την γνώμη της άξιζε να την δώσει.
Όμως η ίδια ήταν αυτάρκης . Δεν ήθελε δεκανίκια για να πορευτεί, μπορούσε να ζήσει μόνη της χωρίς καμία συναισθηματική εξάρτηση. Έτσι έμαθε γιατί έτσι την δίδαξε η ζωή . Αυτή ήταν η αυτοάμυνά της.  Οικογένεια, δηλαδή σύζυγο και παιδιά δεν είχε … και δεν ήθελε. Της άρεσε η μοναχική ζωή.
-Το πρόβλημά σου είναι ότι ποτέ δεν έδωσες τίποτα Δώρα, δεν άφησες τον εαυτό σου να γίνει ευάλωτος σε κάποιον, να γίνεις χώμα για αυτόν , να αναπνέεις μόνο για αυτόν , να του τα δώσεις όλα  και να πονέσεις για αυτόν.
Αυτά της έλεγε η σοφή η φίλη της η Άννα. Από μικρά κοριτσάκια μαζί είχαν εδρεώσει την πολύτιμη φιλία τους και την αγάπη που ένοιωθε η μια για την άλλη.
-Κοίτα ποια μιλάει. Απαντούσε ειρωνικά η Δώρα.
- Κι όμως  δεν ξέρεις τι γλυκά πονάει ο αληθινός έρωτας. Ο έρωτας που τον βάζεις πάνω απ’  όλα ,  από εγωισμούς, περηφάνια , αξιοπρέπεια και λογική.
- Δάσκαλε που δίδασκες. Αυτό έκανες εσύ; Από λόγια ξέρω κι εγώ να σου πω. Είμαστε ίδιες αγάπη μου. Η ίδια όψη στο ίδιο νόμισμα, ούτε καν η άλλη .
- Μη βάζεις το χέρι σου στη φωτιά για μένα. Εγώ έστω και αργά , ένοιωσα το χάδι του Θεού να με ακουμπάει.  Πόσο άδεια θα ήμουν χωρίς αυτό το θείο δώρο. Ευτυχισμένη μέσα στην δυστυχία μου.
- Κάτι ξέρεις εσύ, κάτι παραπάνω από μένα. Για δεν μου εξηγείς;
- Μόνη σου πρέπει να το ανακαλύψεις και στο εύχομαι ειλικρινά , να νοιώσεις το γλυκό και παρανοϊκό άγγιγμα του, να πάψεις να είσαι μόνη και αυτάρκης όπως περηφανεύεσαι. Επιθυμίες ανικανοποίητες !

 Ποια όμως είναι η Δώρα; Το όνομά της Θεοδώρα Παπαβελλή. Το άλλαξε και το έκανε Δώρα Βελλή. Είχε δουλέψει στο Εθνικό θέατρο σε κλασσικά έργα, ακόμη και στην Επίδαυρο είχε λάβει μέρος στο χορό των αρχαίων τραγωδιών. Δεν ήταν πολύ γνωστή,  ούτε σταρ. Δεν είχε ξεχωρίσει σε τίποτα. Δεν ήθελε δημοσιότητα και έντονη ζωή. Είχε χαμηλό προφίλ, λες και φοβόταν μην την αναγνωρίσουν. Στην καθημερινή της ζωή κυκλοφορούσε τελείως διαφορετική από την ηθοποιό που ήξερε ο κόσμος στην τηλεόραση. Και έτσι κανείς δεν την αναγνώριζε στον δρόμο .

Ζούσε σ’ ένα μικρό ρετιρέ σε μια ήσυχη γειτονιά της Αθήνας. Το είχε διακοσμήσει πολύ όμορφα  με ζεστά και φωτεινά χρώματα. Στους τοίχους είχε ράφια με βιβλία και πίνακες ζωγραφικής. Σε μια γωνιά κοντά στην μπαλκονόπορτα είχε ένα αναπαυτικό καναπέ και ένα τραπεζάκι με το στερεοφωνικό της και πολλά C. D  με την αγαπημένη της μουσική.
Εκεί καθόταν και χαλάρωνε κοιτάζοντας από το τζάμι την πόλη που απλώνονταν μπροστά της. Η βεράντα της ήταν γεμάτη με φυτά και λουλούδια που τα φρόντιζε η ίδια με πολύ μεράκι. 
Αυτό το διαμέρισμα ήταν το καταφύγιο της. Ο κρυψώνας της.

Εκείνο το βράδυ γύρισε εξαντλημένη. Το μόνο που ήθελε ήταν ένα ζεστό μπάνιο και να πέσει για ύπνο.
Ήταν ήδη στην μπανιέρα όταν χτύπησε το τηλέφωνο.
“Άστο να κτυπάει .” σκέφτηκε θυμωμένη.
Εκείνο όμως επέμενε εκνευριστικά.  Φόρεσε το μπουρνούζι της και βγήκε γεμάτη νερά, αγαναχτισμένη.
-Ναι ποιος είναι;
-Σιγά βρε Δωρούλα  μου, λυπάμαι που σε ανησυχώ.
- Τζένη αδελφούλα μου. Με συγχωρείς μωρέ, ήμουν στο μπάνιο και είμαι βρεμένη. Τι έγινε, συμβαίνει κάτι; Είσαστε όλοι καλά;
-Προσπαθώ να σε βρω απ’ το πρωί. Άφηνα μηνύματα στο κινητό σου , τίποτα, δεν μπορούσα να σε βρω πουθενά.
-Σήμερα είχα δύσκολη μέρα, δεν πρόλαβα να δω τα μηνύματα. Λέγε λοιπόν γιατί ανησυχώ. Η μαμά, ο μπαμπάς είναι καλά; Τα παιδιά;
- Καλά είμαστε όλοι … όμως πρέπει να έρθεις σπίτι Δώρα.
- Σπίτι ; Τι μου λες τώρα;  Εδώ γίνεται χαμός. Πρέπει να τελειώσουμε μερικά επεισόδια γιατί το Πάσχα θα φύγω για Ρόδο, μ’ έχουν καλέσει κάτι φίλοι και …
- Άλλαξε τα σχέδιά σου Δώρα, έλα σπίτι … ο μπαμπάς δεν είναι καλά και θέλει να σε δει.
- Ναι τον έπιασε ο πόνος τώρα και θέλει να με δει.
- Άκουσέ με είναι σοβαρά. Θέλει να είμαστε όλοι μαζί αυτό το Πάσχα.
-Δεν μπορώ, έχω και εγώ τις υποχρεώσεις μου.
- Δώρα σε παρακαλώ εγώ.
- Θα έρθω μια μέρα να τον δω , αν είναι να νοιώσει πιο ήσυχος.
-Δεν είναι έτσι Δώρα. Παράτα τα όλα κι έλα.
- Δεν το πιστεύω , ο μπαμπάς είναι γερός σαν ταύρος.  Θα μας θάψει όλους πρώτα αυτός.   Πες μου την αλήθεια Τζένη, τι συμβαίνει πραγματικά; Εσύ δεν ξέρεις να λες ψέματα.
- Δώρα … θέλω να σου πω κάτι, άκουσέ με προσεχτικά.
- Τι είναι βρε παιδί μου πια;
- Πρέπει να έρθεις.
- Το πρέπει δεν μου λέει τίποτα. Θα έρθω μια ώρα μεθαύριο και θα φύγω.
- Όχι μια ώρα δεν φτάνει . Μια ώρα δεν φτάνει για να καλύψεις το κενό 22 χρόνων.
- Τι θες να μου πεις Τζένη;  Λέγε λοιπόν και άσε τις περιστροφές.
- Άκου… είναι εδώ η Βαγγελίτσα με τον Πετράκη… έπρεπε να στο πω.
Η Δώρα έχασε τη φωνή της. Απ’ το ακουστικό άκουγε την αδελφή της να μιλάει και το κεφάλι της γύρω γύρω απ ΄τον ίλιγγο.
- Έλα Δώρα είσαι εκεί, μ΄ ακούς;  Δώρα μίλα μου σε παρακαλώ. Πρέπει να γνωρίσεις τον Πετράκη. Είναι καιρός να σβήσουν τα παλιά. Πέρασε πολύς καιρός Δώρα. Τα γεγονότα ξεχάστηκαν πια. Ο Πέτρος θέλει να γνωρίσει την μητέρα του επιτέλους. Και συ Δώρα το θέλεις, θέλεις να δεις τον γιο σου. Ήρθε η ώρα να τον γνωρίσεις . Δώρα σε παρακαλώ μ΄ ακούς ; Τι έπαθες; Μίλησέ μου , πες κάτι σε παρακαλώ...

Η αναστατωμένη φωνή της Τζένης έφτανε στα αυτιά της σαν μέσα από ένα σκοτεινό τούνελ . Η Δώρα λιποθύμησε !
Όταν συνήλθε στο μυαλό της σφυροκοπούσε τραγικά μια φωνούλα.
Μια μωρουδίστικη φωνούλα που τραγουδούσε.  Κάθε φορά που ένοιωθε αυτή την παραίσθηση ταραζόταν.
Ερχόταν ξανά και ξανά μέσα στο υποσυνείδητό της σαν εφιάλτης.
Ένας εφιάλτης όμως που της άφηνε στο τέλος μια γλυκιά ανάμνηση, μια τρυφερή προσμονή.
Μια παραίσθηση που την ζούσε κάθε στιγμή μέσα της και την πονούσε σαν γλυκό δηλητήριο .
 Το είχε ανάγκη να το νοιώσει,  να το ρουφήξει να το πιει μέχρι την τελευταία σταγόνα του.  Αυτό την κρατούσε ζωντανή , αυτό το δηλητήριο !
Ένα τραγουδάκι έπαιξε στα αυτιά της, ένα παιδικό τραγουδάκι απ’ εκείνα τα αγαπημένα  του, της Λιλιπούπολης , εκείνο που της τραγουδούσε όταν παίζανε  στην αμμουδιά  του χωριού τους.  Που στην παιδική φαντασία  έμοιαζε  με το Πόρτο -λίλι .  
“Όχι , όχι μη μου λες αυτό το τραγουδάκι.”
“Μαμούλα μου!
“Πες μου άλλο .
Τα μωρουδίστικα χεράκια αγκάλιαζαν τη νεαρή κοπέλα και εκείνη το έσφιγγε δυνατά πάνω της.
“Μη με ξεχάσεις μωρό μου.”

Έκλαιγε από μέσα της , έκλεινε τα μάτια της και άκουγε τα γελάκια και τις φωνούλες του, που γέμιζαν τα αυτιά της στοργή και απελπισία.
Το πρωί την βρήκε ως συνήθως μετά από μια τέτοια κρίση. Να σφίγγει πάνω της μια γαλάζια κουβερτούλα και να την νανουρίζει σαν μωρό . 

1 σχόλιο:

  1. - Κι όμως δεν ξέρεις τι γλυκά πονάει ο αληθινός έρωτας. Ο έρωτας που τον βάζεις πάνω απ’ όλα , από εγωισμούς, περηφάνια , αξιοπρέπεια και λογική.

    mairisoukouli

    ΑπάντησηΔιαγραφή