Αρχειοθήκη ιστολογίου

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ


     Στον κεντρικό δρόμο που χωρίζει στα δύο το χωριό μας , υπήρχε ένας καλοκαιρινός κινηματογράφος. Εκεί δίπλα ήταν το σπίτι του φίλου μου του Αντώνη, μια μάντρα τους χώριζε. Ανεβαίναμε στην ταράτσα τα βράδια και βλέπαμε όλα τα έργα. Ελληνικά, ξένα, βουκολικά , καουμπόικα, κωμωδίες και μελό, κι αν ήταν κανένα τολμηρό και βλέπαμε φιλιά και λίγο γυμνό, ξεφωνίζαμε από χαρά γεμάτα έξαψη και ντροπή. Είχε αρχίσει βλέπεις η πονηράδ,  ήδη ξέραμε πια  την διαφορά ανάμεσα στα δύο φύλα.
Το σινεμά ήταν μια μαγεία που ξεδίπλωνε μπροστά στα μάτια μας όλο τον κόσμο. Μέσα απ' αυτά τα έργα μάθαμε την ζωή. Τον έρωτα,   την αγάπ,  το μίσος, τη χαρά , την λύπη , την προδοσία και τον πόνο. Συμπάσχαμε με τους ήρωες, γινόμαστε ένα μαζί τους.
 Την άλλη μέρα παίζαμε  το έργο που είχαμε δει το προηγούμενο βράδυ, το ζούσαμε τόσο ζωντανά και έντονα που στο τέλος κλαίγαμε. Εγώ έκανα την Μάρθα Βούρτση με μια κούκλα στην αγκαλιά για μωρό και ο Γιώργος έκανε  τον Ξανθόπουλο και καθόταν σε μια πέτρα και τραγούδαγε . Πετραδάκι πετραδάκι για τα σένα το 'χτισα


     Αξέχαστα βράδια καλοκαιρινά. Μεσ' την σιγαλιά της νύχτας ακουγόταν μόνο η μουσική απ' τον σινεμά και μοσχομύριζε το νυχτολούλουδο και το γιασεμί. Απ’ την μουσική νοιώθαμε την σκηνή χωρίς να την βλέπουμε, αν ήταν χαρούμενη ή λυπητερή, αν ήταν τρομαχτική ή επιβλητική και μπαίναμε κι εμείς σε μια εικονική πραγματικότητα ζώντας την ιστορία του έργου.
 Η μουσική πάντα με γέμιζε με συναισθήματα έντονα , με έκανε να ανατριχιάζω και να ζω σαν την ηρωίδα ενός φανταστικού κόσμου, φτιαγμένο σαν σε αχνορόδινα σύννεφα.
 Ήδη έβλεπα την εικόνα μου στους τίτλους μιας ταινίας να πρωταγωνιστώ πλάι στους μεγάλους ηθοποιούς που θαύμαζα και ονειρευόμουν να παίζω σπουδαίους ρόλους , ντυμένη με πλούσια και φανταχτερά ρούχα.    
      Όταν μαζευόμουν στο σπίτι, μαγεμένη απ' όσα είχα δει και γεμάτο το κεφάλι με καινούργιες ιστορίες, καθόμουν στην αυλή κάτω απ' την μουριά με όλη την οικογένεια.
Η μαμά έφερνε πιατέλες με δροσερό καρπούζι και μυρωδάτο πεπόνι, σταφύλια και αχλάδια και ζουμερά ροδάκινα.
Βάζαμε σιγανά το ραδιόφωνο και νοιώθαμε ότι αυτός ήταν ο κόσμος μας, όμορφα και αγγελικά πλασμένος.  Εμείς τα κορίτσια μιλούσαμε χαμηλόφωνα και λέγαμε τα νέα της ημέρας.  Ο μπαμπάς έπινε παγωμένη μπύρα και ξεκουραζόταν. Η μαμά αποκαμωμένη απ' τις δουλειές του σπιτιού χαλάρωνε στην καλαμένια της πολυθρόνα και έκλεινε τα μάτια. Είναι κουρασμένη , σκεφτόμουν , όμως παρατηρούσα προσεχτικά το πρόσωπό της και έβλεπα μια γαλήνη και ένα αμυδρό χαμόγελο στα χείλη της.
Ποιος μπορούσε να καταλάβει ότι αυτή είναι η ευτυχία;   Τόσο απλή και καθημερινή που κρατιέται από μια λεπτή  κλωστίτσα και σπάει εύκολα και πάει.
«Άντε πέρασε η ώρα.» έλεγε ο μπαμπάς και έδινε το σύνθημα να πάμε για ύπνο. ΄Εγώ πήγαινα σιγά σιγά στο κατώι για να μην ξυπνήσω τις γιαγιάδες μου και χωνόμουν στο κρεβάτι.
«Χάιντε το βρήκες το κρεβάτι σου πορτογυρού;» ψιθύριζε η Ευανθία με το ένα μάτι μισάνοιχτο. «Σβερκώσου να ησυχάσουμε.» και γύριζε πλευρό να κοιμηθεί ήσυχη πια απ' την έννοια μου.

     Τα πρωινά του καλοκαιριού ήταν άλλο πανηγύρι. Ερχόταν ο θείος ο Παναγιώταρος, αδελφός της γιαγιάς με το τραχτέρ και μας έβαζε όλες στην καρότσα, να μας πάει στην θάλασσα για μπάνιο.  Στον δρόμο όποιον βρίσκαμε τον παίρναμε κι αυτόν πάνω στην καρότσα. 
 Με γέλια και τραγούδια φτάναμε τελικά στην θάλασσα και εκεί ξεσαλώναμε τελείως.
Η παραλία  μας ήταν η πιο όμορφη του κόσμου. Καλά νερά και ρηχά, χρύσιζε η άμμος απ' τον ήλιο και βλέπαμε πεντακάθαρα  τα ψαράκια και τα κοχύλια στο βυθό.
Σε αρκετά μέτρα βάθαινε και αν ήξερες καλό κολύμπι πέρναγες τα βαθιά και έφτανες στην δεύτερη άμμο που ξαναγίνονταν ρηχά τα νερά.   
Εγώ ποτέ δεν έφτασα στην δεύτερη άμμο, φοβόμουν, πλατσούριζα στα ρηχά και κτυπούσα τα πόδια μου στα πετραδάκια κάνοντας ότι κολυμπώ.
«Βρε έλα μέσα, μη φοβάσαι, θα σε κρατώ εγώ.» φώναζε η Ελένη
«Όχι εδώ θέλω.» τσίριζα.
Ο θείος ο Παναγιώταρος ήταν πια ηλικιωμένος και χήρος και δεν μπορούσε να μας προσέχει και γι’ αυτό έπαιρνε  μαζί και την Ευανθία για να κουμαντάρει τόσα παιδιά.  Αλλά ήταν τόσο πολύ καλαμπουρτζής που μας έκανε να γελάμε μέχρι σκασμού με τα αστεία του. Ειδικά όταν πείραζε την Ευανθία με πονηρά και αθυρόστομα σχόλια.  Την έκανε να κοκκινίζει από ντροπή και θυμό.
Της έκλεινε πονηρά το μάτι και έστριβε το μουστάκι του νωχελικά.
  «Έλα μωρη,  πότε θα βάλεις το μπικίνι σου να φχαριστηθεί το μάτι  μου;»
Εκείνη όμως καθόταν μ’ ένα μαύρο μισοφόρι και έμπαινε στην θάλασσα μέχρι τα γόνατα μόνο και μόνο για να ελέγχει τα παιδιά.
«Χάιντε μπρε ντελημπεκίρη, ρούφα τις κοιλιές σου που θες και μου να κολλήσεις, κοίτα μούτρα !»
«Τώρα που χήρεψα μωρή θα παντρευτώ εσένα!»
«Αμπού ξουμπούκ πράματα δεν ακούω. Τι με θες μένα μπρε,  για να σου βλέπω τα σώβρακα;»
«Και για ότι άλλο ήθελε προκύψει Ευανθίτσα μου.»
«Καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια, τι να προκύψει τώρα πια μπρε πεζεβέγκη; Χάιντε νε ,να μου χαθείς, μου θες και παντρειές.»  και αδιαφορώντας γι αυτόν έδινε την προσοχή της στα κορίτσια.
«Ελένηηη, Βαγγελίτσααα που πάτε σεις στα βαθειά; Βγήτε τώρα έξω, τώρα είπα ! Ευγενιωωώ   τώρα θα σε πιάσω μωρή θα σε κάνω μαύρη. Μη πάτε στα βαθειά!» ξεφώνιζε.
     Αξέχαστη Ευανθία, είχε και τα φλερτάκια της, είχε και τα μάτια της ανοιχτά να μας προσέχει. Όταν μας μάζευε τελικά,  μας σκούπιζε με τις πετσέτες και μας φόραγε στεγνά φανελάκια και άνοιγε το καλάθι. Αυγουλάκια βραστά,  φωμί και τυρί, φρούτα , ολόκληρο κολατσιό.
Πεινασμένες όπως είμαστε πέφταμε με τα μούτρα στο φαΐ.
«Αχ τα πουλάκια μου πεινάσανε, η θάλασσα ανοίγει την όρεξη. Φάτε,  φάτε…  φάε μωρ’ συ και το αχλάδι…» με σκούνταγε.
«Δεν θέλω άλλο μπούχτησα…»
«Μπούχτησες,  ξεμπούχτησες εγώ τα καλάθι θα το πάω άδειο πίσω, Φάε , φάε  για δε θα πας το βράδυ σινεμά..»
«Το βράδυ θα πάω σινεμά.» έλεγα με πείσμα.
«Δε θα πας πουθενά σουρσούκα,  ότι θες εσύ θα κάνεις..»
«Θα πάει στην μάντρα του Αντώνη σαν τα γυφτάκια.» είπε περιφρονητικά η Βαγγελίτσα.
«Ναι στην μάντρα του Αντώνη, γιατί θες τίποτα;» της αντιμίλησα.
«Εσύ παιδί μου είσαι σαν τα αλητάκια , σαν τα βρωμόπαιδα που γυρίζουν από δω κι από κει.  Είσαι κορίτσι καθώς πρέπει εσύ;»
«Καλά κάνω !»
«Κακομαθημένο!»
«Είσαι και φαίνεσαι!»
«Κι απ’ την μούρη κρέμεσαι !»
«Ανάμ μπρε σεις που τα ακούτε αυτά τα λόγια; Σταματήστε μη σας μαλώσω. Και συ ίσα με το μωρό γίνεσαι;»
«Σιγά το μωρό, ολόκληρη γαιδούρα !»
 Έτσι ήταν η Βαγγελίτσα, ήθελε πάντα να έχει τον τελευταίο λόγο.
«Καιρός να τα μαζεύουμε για το σπίτι, άντε όλος ο λόχος πάνω στην καρότσα.» φώναζε ο θείος καθώς προσπαθούσε να βάλει μπρος την μηχανή του τραχτέρ . Μπρ μπρ έκανε το μοτέρ που το τραβούσε μ’ ένα σχοινάκι για να πάρει μπρος και ξεκινάγαμε.
«Ποιο καλό κορίτσι θα μου πει ένα τραγουδάκι;» Εμείς ξέραμε ποιο ήταν το αγαπημένο του και κάθε  μέρα μας το ζητούσε.
Και αρχίζαμε όλες μαζί!

Σε μια νύχτα μου ΄χεις κάνει

 άσπρα τα μαλλιά, μαύρη τη καρδιά.

 Σε μια νύχτα μου ΄χεις κανει το φτωχό κορμί σαν το δεντρο που το καψαν χίλιοι κεραυνοί….


Και στο ρεφραίν έμπαινε και ο θείος με την αγριοφωνάρα του.
        Και σκούνταγε την Ευανθία που καθόταν δίπλα του στο τιμόνι.
«Ανάμ μπρε συ,  πρόσεχε μη μας ρίξεις σε κανά χαντάκι.»

Γιατί με πρόδωσες γιατίιιι…….

Γιατί  νοσταλγία  νιώθουμε για εποχές που τις ζήσαμε ευτυχισμένα και ξένοιαστα και μόνο η παιδική ηλικία και οι παιδικές μνήμες  μας περιέχουν τις όμορφες στιγμές μας και τα πρόσωπα που μας τις χάρισαν απλόχερα και έμειναν για πάντα στην καρδιά μας.

Ζηνοβία Μαρνέζη 17-1 -2016
  

ΥΣ το τραγούδι έχει το άρωμα της νοσταλγίας των παιδικών μας  ακουσμάτων από τα μικρά σαραπεντάρια δισκάκια που ακούγαμε στο πικ απ.   

3 σχόλια:

  1. Μια ιστορία της Δευτέρας που διαβάστηκε στο Magic radio live

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλημέρα αγαπημένη μου
    Ακομη μια ωραια ιστορια πλασμενη απο το μυαλουδακι σου που τοσο μα τοσο σεβομαι και εκτιμω
    Με παρεσυρες μαζι σου σε ενα ιδιαιτερο καλοκαιρι, τι κι αν βρεχει εξω, εγω καταφερω να ακουσω τους ηχους της θαλασσας και να νιωσω την αλμυρα της.

    Ποτε εκεινη η γνωριμη παιδικη φιγουρα γινεται νοσταλγια και αναμνηση; ουτε καν που το καταλαβαινεις.

    καλημερα και φιλια πολλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ πολύ Κική μου, οσοι γραφουν γι αυτό το κανουν για να μην σβήσουν οι μνήμες τους και να βάλουν κι αλλους μέσα σ' αυτή την νοσταλγική ατμόσφαιρα !

      Διαγραφή