Αρχειοθήκη ιστολογίου

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2015

ΕΤΣΙ Μ' ΑΡΕΣΕΙ

Έτσι μ’  αρέσει

Η μάνα της ήταν πολύ καχύποπτη το τελευταίο καιρό. Δεν της ξέφευγε τίποτα. Από ένστικτο πες , ένιωθε πως η κόρη της είχε αλλάξει πολύ. Κι αυτό δεν της άρεσε καθόλου.  Ήταν ικανή να τα κάνει φύλλο και φτερό εκεί μέσα  για να ανακαλύψει ποιος ξέρει τι ; 
Όμως και η Ερωφύλη στο πίσω μέρος του μυαλού της είχε τη φυγή, ίσως δεν το είχε συνειδητοποιήσει ακόμη , αλλά μια αφορμή περίμενε για να τα τινάξει όλα στον αέρα.
 Σε λίγες μέρες θα έκλεινε τα 18, μέχρι πότε θα την εξουσίαζε η μητέρα της;  Είχε παλέψει πολύ από μικρό αθώο παιδί, είχε καταπιεί χιλιάδες προσβολές και είχε σκύψει άλλες τόσες το κεφάλι στις παραξενιές και στις ιδιοτροπίες των πλούσιων πελατισσών της κυρίας Ζωζώς,  αλλά  προπαντός από την μάνα της. Ποτέ δεν υπήρξε το καλομαθημένο κοριτσάκι που ασχολείται μόνο με τα βιβλία και το σχολείο της. Δεν έζησε ποτέ σαν ξένοιαστο παιδί. Καταπίεσε τον ατίθασο χαραχτήρα της , τον εγωισμό της,  αλλά και την αξιοπρέπεια της πολλές φορές. Ποτέ δεν εκανε αυτό που της αρέσει.  Έμαθε όμως και πολλά, έμαθε από την  συναναστροφή με κυρίες που είχαν γούστο και μόρφωση, καλλιτεχνικές ευαισθησίες και  κοινωνικές εμπειρίες. Έμαθε να μιλά σωστά, ευγενικά και διπλωματικά και να πραγματοποιεί με τον τρόπο της, όλες  τις παράλογες ή περίεργες επιθυμίες τους. Ανέπτυξε το επίπεδό της στο μεγάλο σχολείο της Ζωζως. Δεν ήταν αχάριστη, με αυτά τα εφόδια θα ξεκινούσε την επαγγελματική της καταξίωση …όμως μακριά από δω , σε άλλο τόπο. Η Αθήνα την καλούσε σαν γλυκιά σειρήνα, εκεί βρίσκονταν όλες οι ευκαιρίες.
Να όμως που τώρα  η καρδούλα της την εξουσίαζε και το γλυκό βέλος του έρωτα  την λάβωσε ανεπανόρθωτα.  Η λογική της έλεγε να φρενάρει λίγο τα αισθήματά της. Αυτός θα είναι πάντα φευγάτος, η ζωή του όλη θα είναι πάνω σ’ ένα τιμόνι και το σπίτι του οι απέραντοι και ατέλειωτοι δρόμοι. Κι αυτή θα περιμένει σκυμμένη πάνω στο βελόνι πότε θα έρθει για ζήσουν μαζί λίγες στιγμές μέσα στην αιωνιότητα.
 Νωρίς το πρωί έφυγε για τα μαγαζιά πριν πάει στο ατελιέ της Ζωζως Η Θεσσαλονίκη έσφυζε   από κίνηση, είχαν κατακλύσει οι δρόμοι και τα ξενοδοχεία από επισκέπτες της Έκθεσης. Στα εγκαίνια θα έρχονταν ολόκληρη η στρατιωτική κυβέρνηση με κάθε επισημότητα και η πόλη είχε φορέσει τα καλά της και παντού ανέμιζαν οι Ελληνικές σημαίες. Σε κάθε τοίχο κολλημένες αφίσες για την Διεθνή Έκθεση και για το φεστιβάλ τραγουδιού, που ήταν πλέον μεγάλο γεγονός για την πόλη. Στάθηκε μπροστά σε μια αφίσα σαν μαγνητισμένη. ΝΑΙ θα αγόραζε δυο εισιτήρια για να  πάει. Θ  Περίμενε υπομονετικά στη ουρά του ταμείου, ήσαν ακριβά πανάθεμά τα, πενήντα δρχ το ένα, για καλή θέση μαζί με τους επισήμους,  100 δρχ τα δυο   αλλά χαλάλι της  θα τα έδινε, τι στο καλό ένα δώρο στον εαυτό της δεν μπορούσε να κάνει μετά από ένα εξαντλητικό καλοκαίρι;  Το σημείωμα του με το τηλέφωνο το κρατούσε πάνω της σαν φυλαχτό.
Επιτέλους ξημέρωσε η μέρα …ήταν εδώ, αποσταμένος από τα ταξίδια του περίμενε ένα της σημάδι.
Η κοπέλα ζήτησε δέκα λεπτά άδεια από την κ. Ζωζω, με μια πρόχειρη δικαιολογία και βγήκε στο δρόμο στο περίπτερο να πάρει τηλέφωνο.  Άκουσε μια γυναικεία φωνή … προς στιγμή ταράχτηκε , αλλά μέτα θυμηθηκε πως θα το σήκωνε κάποια γραμματέας.
« Εμπρός  σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω παρακαλώ.»
«Θα ήθελα να μιλήσω με τον κ. Θωμά Κομνηνό, μου έδωσε αυτό το τηλέφωνο.»
«Περιμένετε λίγο παρακαλώ να δω αν είναι εδώ.»
Η καρδιά της κόντευε να σπάσει και τα χέρια της έτρεμαν, τα μάγουλα της είχαν κοκκινίσει από την ντροπή. Που ακούστηκε μια κοπέλα να ζητάει έναν άνδρα στο τηλέφωνο;
«Παρακαλώ ποιος είναι στο τηλέφωνο;» Άκουσε μια ανδρική φωνή
«Θωμά εσύ είσαι;»  Ψέλλισε ταραγμένη.
«Ναι ο Θωμάς  είμαι, εσύ ποια είσαι κούκλα μου.»
Για μια στιγμή τάχασε ακούς εκεί… από πόσες περίμενε τηλέφωνο;
Βρήκε την ψυχραιμία της και απάντησε ψυχρά.
«Ερωφύλη με λένε αν με θυμάσαι, εσύ μου έστειλες το νούμερο, αλλά φαίνεται το έχεις δώσει κι αλλού.»  
Άκουσε το δυνατό γέλιο του.
«Έλα βρε κορίτσι μου βεβαίως και σε θυμάμαι, έχω στηθεί εδώ απ το πρωί για να σε περιμένω, είχα και την αμφιβολία αν θα με πάρεις αλλά άξιζε η αναμονή. Μου έλειψες …το ξέρεις;»
Έχασε τα λόγια της απ’ τη χαρά της.
«Σε  …σε πήρα να σου πω ευχαριστώ για τα όμορφα δώρα σου.
«Αλήθεια σου άρεσαν; Το έφτιαξες το φόρεμα; Απόψε θα το φορέσεις να σε συνοδεύσω σε επίσημο δείπνο;
«Ναι απόψε θα το φορέσω, αλλά θέλω εγώ να σε προσκαλέσω σε κάτι άλλο.  Έχω δυο εισιτήρια για το Φεστιβάλ τραγουδιού, θέλεις να με συνοδεύσεις εκεί ή δεν σε ενδιαφέρει καθόλου αυτή η εκδήλωση.»
«Να σου πω την αλήθεια δεν τρελαίνομαι  κιόλας, άσε που θα είναι γεμάτη η αίθουσα από υπουργούς , επισήμους και αξιωματικούς. Αλλά αφού θα έχω εσένα δίπλα μου με μεγάλη μου χαρά να σε συνοδέψω.»

«Εντάξει γλυκό μου κορίτσι, θα φορέσω κι εγώ το σμόκιν μου και θα έρθω να σε πάρω. Πάω να ξαπλώσω τώρα λίγο για να είμαι φρέσκος και ωραίος το βράδυ.  Αύριο ξημερώματα φεύγω πάλι.» 
Άφησε το ακουστικό με ανάμικτα συναισθήματα. Αύριο φεύγει πάλι και μένει μια νύχτα, η αποψινή… μια νύχτα που ήθελε να την ζήσει μαζί του σαν να ήταν η τελευταία της, χωρίς όρια και κανόνες. Πολύ δύσκολο για τον χαραχτήρα της, δεν ήταν από τα εύκολα κορίτσια, ούτε επιπόλαια ήταν. Αλλά ο έρωτας δεν έχει λογική γιατί αλλιώς δεν είναι έρωτας.
Επέστρεψε στο ατελιέ χωρίς όρεξη για δουλειά. Η Ζωζω άρχισε τη μουρμούρα.
«Κυρία Ζωζω θέλω να φύγω νωρίτερα σήμερα.
«Δεν είμαστε καλά, σήμερα που πνιγόμαστε;
«Χθες δούλεψα παραπάνω και τελείωσα τις υποχρεώσεις μου.
«Και τι μ΄αυτό ; Οι υποχρεώσεις εδώ μέσα δεν τελειώνουν ποτέ.
«Τότε σας τελείωσα εγώ. Σας ζήτησα ευγενικά την άδεια για να φύγω αν δεν συμφωνείτε θα σας παρακούσω.
«Για κοίτα εκεί το χαΐβάνι που έβγαλε και γλώσσα.
Η Ερωφύλη δεν έμεινε λεπτό παραπάνω μετά την αντίδραση της Ζωζως, πήρε την τσαντούλα της και έφυγε αποχαιρετώντας μία μία τις κοπέλες της δουλειάς, έδωσε το χέρι της τυπικά  και στην κυρία Ζωζω.
«Σας ευχαριστώ για όλα   κοντά σας έμαθα πολλά, ας μη αποχωριστούμε με πικρές κουβέντες. Δώστε μου σας παρακαλώ το μισθό μου μέχρι σήμερα.»
«Μα δεν βγήκε ο μήνας ακόμη.
«Τα χρειάζομαι σας παρακαλώ.
Δεν της τα έδωσε όλα αλλά της είπε στο τέλος του μήνα θα την ξοφλούσε. Η κοπέλα δεν επέμενε γιατί κι αυτή η ίδια δεν ήξερε που θα βρισκόταν στο τέλος του Σεπτέμβρη. 
Βγήκε στο δρόμο κι ένιωθε σαν το πουλί που το έσκασε απ’ το κλουβί.  Πήγε στα μαγαζιά και αγόρασε γόβες με ασορτί τσαντάκι, καλλυντικά για το πρόσωπο, φίνα σατέν εσώρουχα κι ένα ασημένιο χτενάκι για τα μαλλιά της, απόψε θα τα έπιανε κότσο σαν τις κυρίες του καλού κόσμου. Τίποτα και κανένα δεν θα άφηνε να της χαλάσει αυτή τη βραδιά.
 
 Ούτε στα όνειρά της δεν είχε φανταστεί πως θα εξελιχθεί έτσι αυτή η υπέροχη βραδιά. Της την χρωστούσε η ζωή, η μοίρα της, το πεπρωμένο της;  Όσο καλά κι αν προετοιμάζεις κάτι που ποθείς με όλο σου το είναι, αν η τύχη δεν σε θέλει,  στα σκορπίζει όλα στον αέρα. Όμως η Ερωφύλη εκείνο το βράδυ ένιωσε έντονα το χάδι του Θεού να την ακουμπάει χαρίζοντάς της την απόλυτη ευτυχία. Γιατί τι είναι ευτυχία; Ευτυχία είναι οι μικρές στιγμές που ζωγραφίζουν με χρώματα ανεξίτηλα τη ζωή μας για να μας μείνουν αξέχαστες για να μην τις φθείρει ο χρόνος.
Κάθονταν δίπλα δίπλα , ο ένας ακούμπαγε τον άλλον και μια γλυκιά ανατριχίλα διαπερνούσε τα κορμιά τους. Η αίθουσα κατάμεστη με πολύχρωμο κόσμο, με επίσημους εκπροσώπους και αξιωματικούς με τις κυρίες τους, ντυμένες όλες με τις πανάκριβες τουαλέτες σου, χτενισμένες με περίτεχνες κομμώσεις και φορτωμένες χρυσαφικά στο λαιμό και στα χέρια τους.
Η Ερωφύλη και ο Θωμάς  δεν υστερούσαν σε τίποτα, υπέροχοι και πανέμορφοι  γεμάτοι νιάτα και με μάτια που έλαμπαν από έρωτα κάθησαν σε καλή και περίοπτη θέση γιατί είχαν από τα πιο ακριβά εισιτήρια.
Τα φώτα χαμήλωσαν στη σκηνή, η ορχήστρα άρχιζε να παίζει και ο παρουσιαστής ανήγγειλε  την έναρξη του Φεστιβάλ τραγουδιού.
« Ευτυχείτε  !!!!!!!! » 
Ναι ευτυχούμε …ψιθύρισε ο Θωμάς και της έσφιξε το χέρι. Η μουσική και τα τραγούδια τους συνεπήραν. Η κοπέλα πετούσε στα ουράνια δίπλα του. Σκεφτόταν τα βλέμματα θαυμασμού που τις έριξε μόλις την είδε να βγαίνει από το σπίτι. Αλλά κι εκείνος ήταν υπέροχος και περιποιημένος   με το καλό του κοστούμι.  Έχασε τα λόγια του μόλις την είδε. Αυτό δεν ήταν το απλό χαριτωμένο κοριτσόπουλο που ήξερε αλλά μια όμορφη γοητευτική γυναίκα.

  Η βραδιά ξεπέρασε τις προσδοκίες της, μουσική, καλλιτέχνες, σκηνικά, τα πάντα συνέθεταν ένα θέαμα που το απολάμβανε εκστασιασμένη. Όμως τίποτα δεν θα ήταν ίδιο αν δεν είχε εκείνον στο πλάι της να μοιραστούν μαζί αυτό το λαμπερό υπερθέαμα.
«Νομίζω πως ονειρεύομαι, βλέπω εδώ μπροστά μου πάνω στη σκηνή ολοζώντανους τους τραγουδιστές που ακούω από το ραδιόφωνο και δεν το πιστεύω. Είναι καταπληκτικοί!!»
«Κι εγώ δεν περίμενα να ευχαριστηθώ τόσο πολύ. Έχω ξεχάσει πως διασκεδάζει ο κόσμος, ο καιρός μου περνάει πάνω σ΄ένα τιμόνι στους ατέλειωτους δρόμους. Κι αυτό το οφείλω σε σένα μικρή μου, είχες την καλύτερη ιδέα για απόψε. Μόνος μου δεν θα ερχόμουν ποτέ.
Άκου αυτό το τραγούδι! «Καλωσόρισες έρωτα» με την Άντζελα Ζήλεια, είναι υπέροχο, με άγγιξε πολύ. Λες να βγει πρώτο;»
« Ωραίο είναι αλλά και το άλλο με την Γιοβάνα μ΄αρεσε πολύ
« Έκανα βάρκα το καημό»
«Βάζουμε ένα στοίχημα; Αν βγει το δικό μου πρώτο,  θα δεχτείς να πάμε να φάμε κάπου σ’ ένα ταβερνάκι.»
«Κι αν βγει το δικό μου;»
«Και πάλι θα δεχτείς. Δεν υπάρχει αντίρρηση.»
Άγγιξε τρυφερά το χέρι της και το έφερε στα χείλη του.
 «Είσαι πολύ γλυκό κορίτσι, θα θυμάμαι αυτή τη βραδιά στα μοναχικά μου ταξίδια.»  
Μια μελαγχολία έπεσε ανάμεσά τους. Ένας δειλός έρωτας που δεν είχε μέλλον να θεριέψει και να διεκδικήσει τις καρδιές τους. Σε λίγες ώρες οι δρόμοι τους θα χώριζαν πάλι. Μόνο κάτι τρελό κα παράτολμο θα μπορούσε να ενώσει αυτούς τους δυο. Ο διαγωνισμός τραγουδιού τελείωσε μέσα σε χειροκροτήματα και επιφωνήματα θαυμασμού. Ο κόσμος έφευγε και συνωστιζόταν στις πόρτες βιαστικός. Η ώρα είχε περάσει αλλά η Ερωφύλη δεν ήθελε να τελειώσει αυτή  η νύχτα, ασχέτως αν θα είχε φασαρία στο σπίτι της. Δέχτηκε με χαρά να πάνε κάπου να φάνε, έτσι κι αλλιώς δεν μίλησαν και πολύ κι είχαν πολλά να πούνε.
«Κέρδισα το στοίχημα το τραγούδι μου βγήκε πρώτο. Άρα τώρα θα με ακολουθήσεις να συνεχίσουμε την νύχτα μας κάπου αλλού. Αυτή θα είναι η δική μας νύχτα!»
 Μπήκαν στο αμάξι και εκείνη αφέθηκε στην δική του επιλογή,  εκείνος κρατούσε τώρα το τιμόνι της βραδιάς τους.

 Το ταβερνάκι είχε κόσμο, αλλά ευτυχώς βρέθηκε τραπέζι έξω στο αίθριο. Έκανε ψυχρούλα, όμως ούτε καν το πρόσεξαν χαμένοι ο ένας μέσα στα μάτια του άλλου.
Το γκαρσόνι τους έφερε διάφορα  ορεκτικά και κόκκινο κρασί.
«Στην υγειά σου γλυκιά μου, σ ευχαριστώ πολύ που μου χάρισες αυτή την υπέροχη βραδιά. Για πέσμου λοιπόν τα νέα σου, πως πέρασες αυτό το καλοκαιρο;»
  «Έχω  σχέδια στο μυαλό μου, προετοιμάζομαι να φύγω για Αθήνα. Έχει καλές ευκαιρίες εκεί, ανοίγονται άλλες προοπτικές στη δουλειά μου.»
«Στην Αθήνα; Έχεις κάνει επαφές εκεί; Σε περιμένουν σε κάποιο οίκο μόδας ή πας έτσι στο άγνωστο να ψάχνεις για δουλειά;
«Πάω έτσι στο άγνωστο, αλλά δεν φοβάμαι κάτι θα βρω.  Στην αρχή θα δυσκολευτώ μέχρι να κάνω γνωριμίες με τις πελάτισσες, αλλά είμαι καλή μοδίστρα και θα πετύχω.»
«Μακάρι κορίτσι μου δεν θέλω να σε απογοητεύσω αλλά η Αθήνα είναι ένα ανθρωποφάγο τέρας, ξέρεις πόσα νέα παιδιά ξεκίνησαν με όνειρα και ταλέντα  και τα κατάπιε η μαρμάγκα; Και συ μόνη σου εκεί χωρίς στήριγμα, όσο κι αν έχεις όρεξη να δουλέψεις και να προκόψεις οι κίνδυνοι είναι παντού και καραδοκούν να σε αρπάξουν.»
«Και τι άλλο θα μπορούσα να κάνω, δεν έχω μέλλον πια εδώ.»
«Τα ξημερώματα έξι η ώρα φεύγω για Αμβούργο, δεν ξέρω πότε θα έρθω πάλι. Αν πας Αθήνα θα χαθούμε και δεν θα σε ξαναδώ. Έλα τώρα γιατί συννέφιασε το προσωπάκι σου; Θα ήθελα να ερχόσουν μαζί μου, όμως είναι πολύ τολμηρό να στο ζητήσω.
«Δεν με νοιάζει Θωμά. Ξέρω πως δεν είχαμε χρόνο να γνωριστούμε καλύτερα , κι ούτε θα έχουμε ποτέ. Εσένα το σπίτι σου είναι οι δρόμοι και εγώ είμαι καταδικασμένη να μένω ακίνητη πάνω από μια μηχανή Σίγγερ. Τίποτα δεν θα αλλάξει στη ζωή μου όσο κάθομαι εκεί. Γι αυτό σου λέω η μόνη μου διέξοδος είναι η φυγή.
«Μα εσύ είσαι ένα άβγαλτο και αθώο κορίτσι, τι ξέρεις εσύ από τη ζωή; Θα έχω συνεχώς την έννοια σου και θα  σε σκέφτομαι, δεν θέλω να χαθούμε. Σε συμπάθησα από την πρώτη στιγμή που σε είδα. Βλέπω σε σένα όλα αυτά που θα ζητούσα σε μια γυναίκα. Ο νεανικός αυθορμητισμός σου και ο ενθουσιασμός σου, τα καθαρά και εύγλωττα  μάτια σου, η δίψα σου για να πετύχεις τα όνειρά σου. Όλα αυτά που διέκρινα σε σένα σε κάνουν ξεχωριστή. Θα είναι μεγάλο έγκλημα να τα χάσεις, να τα αφήσεις να στα ποδοπατήσουν και να απογοητευτείς.» 
«Τι όμορφα που μιλάς.  Δεν θέλω να τελειώσει αυτή νύχτα. Με πονάει που σκέφτομαι πως θα είναι η τελευταία μας.
Ένας κρύος αέρας τους ανατρίχιασε κι ομίχλη άρχισε να πέφτει πάνω στα δέντρα κάνοντας την ατμόσφαιρα μελαγχολική.
Έσφιξε πάνω της την μεταξωτή εσάρπα και τα μάτια της βούρκωσαν.
Φθινοπώριασε, μέσιασε ο Σεμπτέμβης, ο χειμώνας προ των πυλών αλλά εκείνο που θα τον έκανε αφόρητο ήταν η μοναξιά. Εκείνη η παγωμένη μοναξιά που φέρνει απελπισία στους ερωτευμένους.
Πως περνάει η ώρα  ειδικά όταν θέλεις να σταματήσεις τους δείχτες  του ρολογιού. Παρόν δεν υπάρχει και κάθε δευτερόλεπτο που περνάει γίνεται παρελθόν.
«Αργήσαμε μικρή μου, δυστυχώς πρέπει να σε πάω σπίτι σου και να αποχαιρετιστούμε.»
Ξεκίνησαν αμίλητοι και μουδιασμένοι. Όλες οι στιγμές είχαν γίνει παρελθόν και μέλλον δεν υπήρχε πια.
Μπήκαν πάλι στο αμάξι και η κοπέλα μαζεύτηκε στο κάθισμα της μουδιασμένη, έσφιξε πάνω την μεταξωτή εσάρπα με την ψευδαίσθηση πως ήταν το δικό ζεστό αγκάλιασμα.
Μόλις έφτασαν πήγε να κατέβει βιαστικά, εκείνος την έπιασε από το χέρι και της είπε.
«Έχεις τρεις ώρες να αποφασίσεις. Θα σε περιμένω στη προβλήτα… στις  έξι τα ξημερώματα φεύγω! Δεν χρειάζεται  να πάρεις τίποτα μαζί σου παρά μόνο το διαβατήριο σου.»  
« Καλό σου ταξίδι.»  ψέλλισε  εκείνη συγκινημένη, δεν ήξερε τι άλλο να του πει.  Χάθηκε μέσα στην πυκνή ομίχλη που είχε σκεπάσει τη πόλη χωρίς να γυρίσει πίσω της να τον δει.  Τα πικρά της δάκρυα όμως ξεκαθαρισαν το τοπίο και είδε την μονόχρωμη και αγευστη ζωή της να την καταπίνει αν τον έχανε . Όχι δεν θα αφηνε τους άλλους να την καθοδηγήσουν σ΄αυτό το τελμα που καθωπρεπισμού και της συντήρησης.  Πήρε την αποφασή της ….θα έφευγε μαζί του.
«Θα κάνω αυτό που μ΄ αρέσει ….γιατί έτσι μ΄αρέσει. Φώναξε  δυνατά στον άνεμο κι έτρεξε να ετοιμαστεί για την μεγάλη φυγή.»


 Ζηνοβία Μαρνέζη 17-8-2015

6 σχόλια:

  1. Ασπρόμαυρες ιστορίες γεμάτες χρώματα από τα χρόνια της αθωότητας και από τα πρώτα σκιρτήματα του έρωτα !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πολυ ομορφη η ιστορια σου Ζηνα μου!!!Οπως παντα αλλωστε...Αλλα η συγκεκριμενη αν μου επιτρεπεις με αγγιζει περισσοτερο απο καθε αλλη!!!Μου θυμισες τα παιδικα μου χρονια με το Φεστιβαλ!!
    ΑΛΕΚΑ ΧΕΛΜΗ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αλέκα μου είναι ένα μικρό κομματι απο ένα βιβλιο που δεν τελειωσε ποτέ....ελπίζω καποτε να ολοκληρωθεί

      Διαγραφή
  3. μπράβο Ζήνα!!! Αποφασιστική η νεαρή!!! Για να δούμε; Τι θα γίνει;...

    ΑπάντησηΔιαγραφή