Αρχειοθήκη ιστολογίου

Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013

ΜΙΑ ΑΣΤΕΙΑ ΣΤΙΓΜΗ

Μια αστεία  στιγμή
 
Ο Λεβέκουρας

Πάλι θα ανατρέξω σε παλιές μνήμες παιδικές …
Έχουν όπως και να το πεις μια γοητεία …είναι και ο φόβος μη σβήσουν και χαθούν.

Μια  μέρα έπιασε ο δάσκαλος τον πατέρα μου και του έκανε παρατήρηση.
 « Αυτή η κατάσταση   πρέπει να σταματήσει  αγαπητέ μου, πως επιτρέπεις  σε ένα μικρό κορίτσι  να καβαλάει μηχανάκι και γυρνάει  μέσα  σ’ όλους τους δρόμους  του χωριού και  να έρχεται  και στο σχολείο έτσι; Τι παράδειγμα  θα δίνει και στα άλλα παιδιά που την βλέπουν;»
« Η κόρη μου  δεν είναι ένα συνηθισμένο παιδί δάσκαλε  και το ξέρεις, άλλωστε  έτσι  την θέλω εγώ …αντρούτσο και τσαούσα.»
« Ναι αλλά δεν έχει ούτε δίπλωμα ούτε  άδεια, ήρθε και με βρήκε ο αστυνόμος , αλλιώς εγώ δεν θα έπαιρνα το λόγο να στα πω»
« Σώπα καλέ  …τι άδεια και κουραφέξαλα, μοτοποδήλατο  είναι, ένα μικρό Σόλεξ, ο καθένας μπορεί να το οδηγήσει.»
« Ο καθένας ναι ,  αλλά όχι ένα παιδί 9 ετών, άμα πέσει και κτυπήσει ή πάθει τίποτα χειρότερο;  Κι αν την κτυπήσει κανένα αυτοκίνητο; Καλά εσένα δεν σε νοιάζει , όμως  ότι μπορεί να κλείσει το σπίτι κάποιου Χριστιανού ,  αυτό δεν το σκέφτεσαι;»
Εκεί πήρε ανάποδες  ο πατέρας μου ….άκου να του πει πως δεν τον νοιάζει για το παιδί του !!
« Τέρμα το μηχανάκι,  θα το κλειδώσω και  δεν θα το ξαναπάρεις!» Έπεσα  του θανατά,  γκρίνια,  φωνές, κλάματα, τίποτα δεν τον συγκινούσε να αλλάξει γνώμη .
Βγήκαν και οι γειτόνισσες  και  σιγοντάριζαν στην άδικη απόφαση  του μπαμπά μου.  «  Παιδί  είσαι εσύ να καβαλάς μηχανάκι;» «  Παιδί είμαι αμ τι είμαι γαιδούρι ; Τα κορίτσια  δεν είναι παιδιά; ; »
 « Προχθές  θα σε κτύπαγε  ένα αυτοκίνητο όμως.»  Κι όσο  κι επέμενα  αυτές ρίχνανε  λάδι  στη φωτιά και ο πατέρας μου φούντωνε  όλο και πιο πολύ.
Η γνώμη του κόσμου είναι αυτή που έχει  την απόλυτη εξουσία στη ζωή μας.  « Μα επιτρέπεται κορίτσι πράγμα να βγαίνει έτσι  στο μεΐντάνι ;  Μεγάλος  μπελάς η κόρη σου, έχετε να τραβήξετε  πολλά.  Κι ο έρμος ο πατέρας της , την να την κάνει , δεν μπορεί να της περάσει χαλινάρι;» αυτά  λέγανε στη μάνα μου και τη φαρμακώνανε.  Όχι ο πατέρας  μου ήθελε να μου δώσει φτερά  στα πόδια να πετάξω να ξεφύγω να από μια  προδιαγεγραμμένη ζωή.  Όσο κι αν τον φρέναρε η κοινωνική λογική της εποχής εκείνης πάντα έβρισκε  τον τρόπο  να μου δίνει  την ώθηση να πετάξω.      

 Έτσι  πέρασε  το δικό τους  και εγώ στερήθηκα  το Πελεγκρίνο  μου …έτσι  είχα βαφτίσει  το Σολεξάκι μου .
 Κι  επειδή κάθε  πράγμα  στο σπίτι μας είχε και το όνομά του , ο μπαμπάς  μια ωραία  μέρα μας  έφερε  τον Λεβέκουρα. Μόλις  το είδα έξω στην αυλή μας μου τινάχτηκε  το αίμα στο κεφάλι . Εγώ να ανέβω πάνω στο τρίκυκλο της συμφοράς ;  Ούτε  συζήτηση …αποκλείεται !!
 « Το πήρα για να πηγαίνουμε όλοι μαζί σαν οικογένεια , εγώ και η μαμά  μπροστά  και σεις τα παιδιά πίσω στη καρότσα.»
« Εγώ δεν πρόκειται  να ανέβω ποτέ,  θα πηγαίνω με τα ποδαράκια μου. Κι άμα  σας βλέπω πουθενά  θα κάνω πως δεν σας ξέρω, δεν θα γίνω ρεζίλι  εγώ μ’  αυτό το τρίκυκλο το γύφτικο.» 
Ήταν καλοκαιρινό βραδάκι και οι γονείς μου ήθελαν να πάνε να ξεσκάσουν λίγο , στην θάλασσα σε  μια ψαροταβέρνα. Κλείσαμε νωρίς  το περίπτερο να πάμε και εμείς σαν οικογένεια  να φάμε  μια φορά  όλοι μαζί . «  Μπρος  ανεβείτε πάνω  στον Λεβέκουρα  να φύγουμε .»  είπε ο πατέρας μου.              
Εκεί  άρχισαν  τα πρώτα  σύννεφα….ανέβα…δεν ανεβαίνω…δεν το λέω δεύτερη φορά ….μη το λες …θα έρθεις με τα πόδια ….θα έρθω με τα πόδια …εντάξει, μπρος  πάμε εμείς κι άστηνε αυτή να τρέχει  από πίσω μας  σαν το σκυλί του Μπόγρη. 
Δεν θα άφηνε  κανένα να χαλάσει τη διάθεσή του εκείνο το βράδυ ο πατέρας  μου που αποφάσισε  να βγάλει  την οικογένεια  του για φαγητό  στη παραλία.
Όταν έφτασα  κι εγώ ποδαράτη , είχαν ήδη φτάσει  τα φαγητά  και έτρωγαν με όρεξη όλοι τους, κάτι μου είχαν αφήσει και μένα …δεν λέω. Αφού έφαγα και την έκανα  ταράτσα , ξέχασα τα νεύρα μου και ήθελα και να γλεντήσω . « Δώσε μου ένα φράγκο.»  « Τι το θες ;»  «Δώσε  μου σου λέω …»   Πάω και βάζω στο Τζουκ –μποξ το αγαπημένο μου τραγούδι και άρχισα να το χορευω …..ΜΑΘΕΤΕ ΤΟ  ΕΕΕΕΕΕΕΕΕ  ΜΑΘΕΤΕ ΤΟ  ΕΕΕΕΕΕΕΕ  ΜΕ ΦΩΝΑΖΟΥΝΕ ΤΖΙΝΙ  …ΤΟ ΤΖΙΝΙ….  ΤΟ ΤΖΙΝΙ ….    
Δώσε  κι άλλο φράγκο , τον ξεφράγκιασα  τον άνθρωπο . « Άντε  πάμε να φύγουμε τώρα.»  λέει ο πατέρας  μου που προσπαθούσε να μη χαλάσει η διάθεσή του με χίλια ζόρια.  
Εγώ άρχισα  πάλι τη γκρίνια …όχι δεν ανεβαίνω … τρώω δυο μπούφλες  και ανέβηκα.  «Άντε  μπρος  ανέβα να πάμε να σβερκωθούμε καμιά ώρα .»   Φαίνεται  όμως πως ο Λεβέκουρας  δεν με ήθελε   και πάνω που ξεκίνησε …τσαφ  και σβήνει η μηχανή.  Ωχ  η καταιγίδα  ερχόταν …  κατεβήτε  να σπρώξετε  …λέει ο μπαμπάς .  Και μπρρρρρρ  μπρρρρρρ  …μετά πολλά πήρε  μπρος. Πάω να ανέβω κι εγώ γιατί είχα εξαντληθεί πλέον . «  Όχι  εσύ να έρθεις  τρέχοντας  από πίσω μας … Είπα μια φορά να βγω να ξεσκάσω ο άνθρωπος  και μου το βγάλες  από τη μύτη…» 
Να μη φλυαρώ άσκοπα  και τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται, έγινε ο κακός χαμός εκείνο το βράδυ.
Είχα  λοιπόν ένα μεγάλο δίκιο να μη χωνεύω τον Λεβέκουρα και αυτός να τρέφει τα ίδια συναισθήματα για μένα.
Αλλά πήρα την εκδίκησή μου μια μέρα και πολύ το χάρηκα. Ένα πρωί μας πήρε  ο μπαμπάς να μας πάει βόλτα στα χτήματα. Ήθελα δεν ήθελα  …πήγα.  Ανέβηκα  στη καρότσα με τον αδελφούλη μου που ήταν το καλό και ήσυχο παιδί το καμάρι του μπαμπά,  κατέβασα μέχρι τα αυτιά ένα ψάθινο καπέλο να μη με γνωρίζει ο κόσμος που θα με έβλεπε στο  δρόμο και μέσα μου έβραζα από τα νεύρα.  Στο γυρισμό πάνω σε μια λακούβα  στο χωματοδρόμο πάει να στρίψει ο μπαμπάς το τιμόνι για να την αποφύγει  …δεν ξέρω πως έγινε και ο Λεβάκουρας  ήρθε τούμπα και μας πέταξε όλους κάτω. Ο μπαμπάς  τρελάθηκε  από την αγωνία του μήπως κτυπήσαμε σοβαρά ή σπάσαμε  κανα πόδι κανα χέρι. « Παιδάκια μου,  παιδάκια μου κτυπήσατε ;»  Ο μικρός  σηκώθηκε  αμέσως ο χαζούλης. « Όχι μπαμπά  καλά είμαι δεν πονάω πουθενά.»  Εγώ όμως έκανα την λιπόθυμη, ξάπλα  κάτω στο χώμα και δεν κουνιόμουν καθόλου. Θα κάνω τη πεθαμένη, σκέφτηκα, να δεις εσύ …    Με βουτάει και με βάζει ανάσκελα  πάνω στη καρότσα τρελαμένος,  να πάμε γρήγορα στο γιατρό.  Εγώ να κάθομαι ακίνητη με κλειστά τα μάτια και ο  μικρός να κλαίει  από πάνω μου .
 Φοβόσουν μη σκοτωθώ με το σολεξάκι μου το Πελεγκρίνο μου ;  Να που με σκότωσε ο Λεβέκουρας ….σκεφτόμουν.
 Το τρίκυκλο να περνάει απ’ όλες τις λακούβες του δρόμου και  να τραντάζεται  και το κεφάλι μου να κτυπάει πάνω στη καρότσα , νταν νταν . Και ο μπαμπάς να πατάει όσο γκάζι μπορούσε  χωρίς να κοιτάει πίσω. 
Σε κάποια στιγμή δεν άντεξα άλλο , ανοίγω τα μάτια και βλέπω τον αδελφούλη μου να έχει  γατζωθεί  από τα κάγκελα  της καρότσας  γιατί  φοβόταν και να με κοιτάει με γουρλωμένα μάτια.
Σμίγω τα δάχτυλα του χεριού μου και του τα βάζω μπροστά στη μούρη .
 « Φύσα να δεις την Ακρόπολη.»  του λέω και του ρίχνω μια υπέροχη μούτζα .   «  Μπαμπά  μπαμπά  μη τρέχεις άλλο …η αδελφή μου ζωντάνεψε  και άρχισε να  με μουτζώνει.»       
   Έτσι  μετά  από αυτή τη λαχτάρα που πήρε ο πατέρας μου ξεκλείδωσε  το σολεξάκι μου και μου το παρέδωσε κατηφής.  Κοίταξα  τα παράσημα που είχα  στους αγκώνες και στα γόνατα από τις τούμπες που είχα φάει μαζί του  και γεμάτη περηφάνια είπα στο Πελεγκρίνο μου . « Εμπρός γενναίε  μου ιππότη, τον νικήσαμε τον Λεβέκουρα….πάμε για νέες   περιπέτειες  τώρα !! 

Ζηνοβία  Μαρνέζη  17-6-2013


10 σχόλια:

  1. Άλλη μια ιστορία της Δευτερας απο το magic radio life με θέμα ...."μια αστεία στιγμή "

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ακόμα μια τέλεια ιστορία σου....

    ΕΒΊΤΑ .

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. poly poly omorfh h istoria sou.zhna..kataplhktikos o levekouras.....episodeiakos tha elega!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Εβίτα μου ειναι ομορφο να θυμόμαστε τις παιδικές μας σκανδαλιές ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ο Λεβεκουρας ο θρυλικός, αλλά ο Πελεγκρίνο μου νικησε στο τελος ΜΑΙΡΗ !!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. πολύ καλό.. πράγματι.. Ζήνα.. είσαι αστέρι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Λαμπρινή είναι ένα στιγμιότυπο αστείο που θυμάμαι...κι έχω πολλά ακόμη ....προσεχώς !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. ΤΟΝ ΘΥΜΑΜΑΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΛΕΒΕΚΟΥΡΑ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΆ ΤΟΝ ΠΕΛΕΓΚΡΙΝΟ , ΕΙΧΑ ΦΑΕΙ ΤΟΥΜΠΕΣ ΜΕ ΑΥΤΌΝ ....ΣΕ ΠΑΡΑΔΕΧΟΜΑΙ ΗΣΟΥΝ ΚΑΛΗ ΣΩΦΕΡΙΝΑ ....ΠΑΛΙ ΚΑΛΑ ΠΟΥ ΖΩ ΧΕ ΧΕ ΧΕ ! ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΟΥΤ !

    ΑπάντησηΔιαγραφή