Αρχειοθήκη ιστολογίου

Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

ΕΝΑ ΤΣΑΜΠΙ ΣΤΑΦΥΛΙ

ΕΝΑ ΤΣΑΜΠΙ ΣΤΑΦΥΛΙ


Ο ήχος  τρυπούσε το μυαλό μέσα στον ύπνο του , έψαξε με το χέρι του μέσα στο σκοτάδι να πατήσει το κουμπί το αναθεματισμένο … τα πήρε όλα κάτω … το ποτήρι με το νερό,  ένα βιβλίο, το πορτοφόλι, το πορτατίφ … Τρόμαξε να το βρει με τα μάτια θολωμένα απ’ τη νύστα … το ΄ριξε κι αυτό κάτω χωρίς να μπορέσει να το σταματήσει. Έβρισε μέσα απ’ τα δόντια του. Τάχα κάθε πρωί το ίδιο σκηνικό,  χρόνια ολόκληρα το ίδιο σκηνικό και δεν μπορεί ακόμα να συνηθίσει τον ήχο απ’ το ξυπνητήρι . Άλλαζε συνεχώς ξυπνητήρια μέχρι να βρει έναν ήχο γλυκό και ανάλαφρο … να μην τον πετάει έτσι βάρβαρα κάθε ξημέρωμα.
Μέχρι που κατάλαβε ότι δεν είναι ο ήχος που φταίει αλλά η δική του η κούραση.
 Από μικρό παιδί δεν είχε χορτάσει τον ύπνο …. Ποτέ δεν μπόρεσε να αφήσει τον εαυτό του να χορτάσει τον ύπνο,  ακόμα κι όταν δεν τον πίεζε κανείς, ακόμα κι όταν είχε ρεπό ή αργία. Το μυαλό του πάντα άγρυπνο να τρέχει μέσα σε όνειρα και εφιάλτες , μέσα σε δρομάκια σκοτεινά και αδιέξοδα, όνειρα ταλαιπωρίας … έτσι τα έλεγε.  Καταδικασμένο το μυαλό του να μη ξεκουραστεί ποτέ.
        Σηκώθηκε σκουντουφλώντας στο σκοτάδι να ανάψει το φως.  Κτύπησε το δαχτυλάκι του ποδιού του στο κομοδίνο και έβρισε πάλι. Πέντε  η ώρα χαράματα, δεν προλάβαινε να πιει ένα καφέ με την ησυχία του.  Να ανοίξει το βλέφαρο, να ξυπνήσει το κουρασμένο του μυαλό. Η κίνηση στους δρόμους θα ήταν  ασφυκτική  και μέχρι να φτάσει στη δουλειά του να κτυπήσει κάρτα, θα έφτανε πάλι αργοπορημένος. 
Το αφεντικό δεν το νοιάζει το μποτιλιάρισμα  και το χάος των δρόμων . Θέλει συνέπεια και επακριβώς  την ώρα της έναρξης … αλλιώς … ξέρεις πόσοι περιμένουν να σου φάνε τη θέση λεβέντη μου. Κολοτούμπες κάνουν για να βρουν τέτοια καλή δουλειά.     
Σέρνοντας τα πόδια του πήγε στη κουζίνα να φτιάξει καφέ στα τυφλά, μουρμουρίζοντας ότι ακατάληπτο του ερχόταν στη γλώσσα.
 Έξω σκοτάδι πυκνό ακόμα … η πόλη ξυπνούσε κι αυτή αργά και ραχάτικα … για να την στριμώξει ο χρόνος ο ανελέητος και να αρχίσει να τρέχει κι αυτή σαν μουρλή στους δρόμους τους αφιλόξενους, τους αγενείς, τους επικίνδυνους…  
Τα θολά του μάτια έπεσαν πάνω στο τραπέζι …. Τι είναι αυτό;   Μέσα σε μια ψάθινη φρουτιέρα, ένα χλωμό φως ….. ένα κεχριμπαρένιο χοντρόρογο  τσαμπί σταφύλι ….. Έπιανε όλη τη φρουτιέρα με το κάλλος του. Οι ρόγες του πλούσιες και αφράτες, γεμάτες χυμό … λαχταριστό να προκαλεί και να λέει …έλα φάε με …. Πάρε την τροφαντή γλυκιά δροσιά μου …..
Θύμωσε … πως βρέθηκε  εδώ αυτό το τσαμπί; Ποιος το έφερε;  Αυτός πάντως όχι ……. Χρόνια  έχει να φάει σταφύλια, τα μισεί, τα απεχθάνετε , δεν του αρέσουν,  δεν θέλει ούτε να τα βλέπει  βρε αδερφέ ……
Και τώρα  να το βλέπει μπροστά του σαν να τον περιγελά.
Ποιος μπήκε στο σπίτι του και το άφησε στο τραπέζι του;  Εδώ μέσα δεν μπαίνει κανείς,  μόνος του μαγκούφης μένει … ούτε κλειδιά έχει δώσει σε κάποιον .
Το κοιτάζει απορημένος και  τσαντισμένος … κάνει να το πιάσει να το πετάξει στο σκουπιδοντενεκέ.
Ο καφές του έβρασε και χύθηκε … απασχολημένος να φτιάξει άλλον, γλύτωσε το τσαμπί που παρέμεινε εκεί να τον προκαλεί  περιγελαστικά .
Πήρε το φλυτζάνι με το καινούργιο αχνιστό καφέ του και κάθησε στο τραπέζι να τον πιει, ψάχνοντας τα τσιγάρα του στη τσέπη του μπουφάν που κρεμόταν στον τοίχο .  Προσπάθησε να βάλει το μυαλό του σε λειτουργία γεμίζοντάς το καφεΐνη και νικοτίνη .  
Μήπως ονειρεύομαι ακόμα;  Ποιος το έφερε αυτό εδώ;  αναρωτήθηκε Άπλωσε το χέρι να το αγγίξει , να δει αν είναι αληθινό. Έσφιξε μια τσουπωτή ρόγα στα δάχτυλα και την έλιωσε , γέμισε χυμό το χέρι του . Το μύρισε και μετά το έγλυψε να νιώσει την γεύση του.
Τότε … ένα απαλό θρόισμα  της κουρτίνας και ένα αεράκι του άγγιξε τα μαλλιά. Αναστατώθηκε … μια γλυκιά παρουσία … μια έννοια, κάτι αόρατο ένιωσε στην κλειστή  ατμόσφαιρα της κουζινούλας του.
Δεν απόρησε … το δέχτηκε γαλήνια και χαμογέλασε τρυφερά.
Έριξε σ’ ένα  δεύτερο φλυτζάνι τον καφέ που είχε απομείνει στο μπρίκι και το έβαλε απέναντί του στο τραπέζι .  



Ξύπνα … άσε τώρα την ξάπλα  και την τεμπελιά . Σήκω να προλάβουμε την μέρα πριν βγει ο ήλιος .

Το μικρό αγόρι νυσταγμένο  υπάκουσε στην διαταγή του πατέρα του . Σκοτάδι ακόμα έξω , κι αυτοί έπρεπε να πάνε για ράντισμα  στα αμπέλια τους . Ο καιρός δεν περιμένει τα σταφύλια , θέλουν τακτική φροντίδα , κάθε μέρα σε θέλουν εκεί . Να κόψεις το βλαστάρι , να οργώσεις, να ραντίσεις , να ξεφυλλίσεις , να ρίξεις λίπασμα, να ποτίσεις   και …και συνέχεια .
Ο μικρός τράβαγε το λάστιχο του ραντιστικού και ο πατέρας του με την μάνικα έριχνε με πίεση πάνω στα κλήματα το δηλητήριο για να καταπολεμήσουν τις αρρώστιες των σταφυλιών .  Είχε συνηθίσει να αναπνέει αυτά τα δηλητήρια που έπνιγαν τα  την μύτη του μέχρι τα πνευμόνια του .
Έλα μη χαζεύεις . Άκουσε την θυμωμένη φωνή του πατέρα του . Τράβα το λάστιχο από δω … δεν βλέπεις που είμαι ;  Άντε κουνήσου …  πριν βγει ο ήλιος  δυο αράδες απομείνανε … άντε να τελειώσουμε παιδί μου .
Ο πατέρας  με το πρόσωπο σκαμμένο από την κούραση, λαχανιασμένος και αγχωμένος , μοχθούσε να σώσει τη σοδειά του. Να έχει καλό σταφύλι , να βρει να το πουλήσει σε καλή τιμή . Αυτά τα σταφύλια θα έθρεφαν την οικογένεια του για ένα χρόνο , μέχρι την επόμενη σοδειά . Κι αν η χρονιά ήταν καλή , θα περίσσευε και κάτι , αν όχι … δύσκολα για όλους ,με φρικτή οικονομία θα έβγαινε πέρα το εισόδημα . Για τον αγρότη μόνο ο Θεός συντρέχει . Να τον λυπηθεί και να του χαρίσει τον κατάλληλο καιρό , να γίνουν τα προΐόντα του και να πιάσει δυο δεκάρες παραπάνω .  Άγχος, κούραση, ιδρώτας  και ατέλειωτος μόχθος … πολλές φορές και χωρίς ανταμοιβή .
Οι πρώτες αχτίδες  πρόλαβαν δειλά και το αχνό φως έδιωξε το σκοτάδι εκείνη τη στιγμή που τέλειωσαν  και το ραντιστικό έπαψε πια να μουγκρίζει και να φτύνει το φυτοφάρμακο .
Ο πατέρας κάθησε στο καβάλι να ξαποστάσει κι έβγαλε, το θερμός με τον καφέ και το κολατσιό που με φροντίδα είχε φτιάξει η μάνα .

Έλα βρε … έλα να φας κάτι μη λέει μετά η μάνα σου πως σ’ αφήνω νηστικό .

Το παιδί κάθησε δίπλα του και άρπαξε με όρεξη το  ψωμοτύρι του .
 Ο πατέρας μύριζε  ιδρώτα με χώμα και φαρμάκι. Μια μυρωδιά που την έσερνε  ποτισμένη μέσα στο πετσί του , που δεν έφευγε ποτέ , ούτε με το  πλύσιμο.
Τι όμορφη  χαραυγή … αλλά ποιος να την απολαύσει. Η κούραση ήταν πιο δυνατή.

Βλέπεις ; Βλέπεις ποια είναι η ζωή μου ; Όταν σε μαλώνω να διαβάζεις αυτά σκέφτομαι . Να μάθεις γράμματα , να σπουδάσεις …. Να ξεφύγεις εσύ από δω ……. Να γίνεις άνθρωπος …. Άνθρωπος βρε …..      

Του έριξε χαΐδευτικά μια σφαλιάρα .
Έτσι μεγάλωνε , έτσι δεν του έλειπε τίποτα … ότι ζητούσε το είχε . Το χειμώνα διάβασμα σκληρό και τα καλοκαίρια στα αμπέλια να βοηθάει τον πατέρα .
Ύπνο σαν μικρό παιδί δεν χόρτασε … ο πατέρας του τον πέταγε άγρια κάθε ξημέρωμα, ενώ η μανούλα του πιο τρυφερή ερχόταν και του χάιδευε το κεφαλάκι και με γλυκιά φωνή του έλεγε … σήκω πουλάκι μου … εκείνος γύριζε πλευρό και της έκανε νάζια ….. ήθελε κι αυτός λίγο τρυφεράδα,  τι κι αν ήταν αγόρι … άσε λίγο καλέ μαμά . Κι εκείνη ετοιμόλογη του πέταγε το αγαπημένο της ρητό … γλυκός ο ύπνος το πρωί … γυμνός ο κώλος τη Λαμπρή ……. Το παιδί ξεκαρδιζόταν στα γέλια . Τι σημαίνει αυτό  καλέ μαμά .
 Να όποιος βαριέται να σηκωθεί να δουλέψει  δεν θα έχει τη Λαμπρή να πάρει καινούργια ρούχα και φαΐ . Του εξηγούσε με το απλοΐκό μυαλό της . Κουρασμένη κι αυτή απ’ τα γεννοφάσκια της .
Έτσι μεγάλωσε με σκληρή δουλειά και προσπάθεια , αλλά με πολύ αγάπη , κρυμμένη αγάπη χωρίς γλυκόλογα, χαΐδέματα και κανακέματα .    
Ανώριμος να καταλάβει την ιδιαίτερη τύχη του, πολλές φορές την είχε αναθεματίσει ,  βαρυγκομούσε και γκρίνιαζε.  Γιατί να μην έχει για πατέρα  απ’ αυτούς τους συγγενείς που έρχονταν από την πρωτεύουσα  να παραθερίσουν και να τα έχουν όλα στρωμένα κι έτοιμα  ; Γιατί να ανέχεται  τα κακομαθημένα και μυγιάγγιχτα  παιδιά τους που τον έβλεπαν με απαξίωση  και οίκτο όταν γύριζε απ’ το κτήμα , ενώ αυτά λιάζονταν στην παραλία ;
Κι ο φιλότιμος μέχρι βλακείας πατέρας του να τους πηγαίνει τα πεσκέσια , να τα τελαράκια με τα καλύτερα σταφύλια , να τα φρέσκα ζαρζαβατικά απ’ το μποστάνι . 
Ποιος υπολόγιζε το μόχθο αυτών των αγαθών που τα έπαιρναν σαν δεδομένα σαν έτοιμα χωρίς καμιά κούραση .  Ποιος σκέφτηκε τον ιδρώτα του πατέρα να τα καλλιεργεί , να τα φροντίζει με αγάπη και αφοσίωση  και να τα προσφέρει με χαρά στους συγγενείς πρωτευουσιάνους .
Ζήλευε πολύ μικρός . Νευρίαζε με την αγαθοσύνη του πατέρα του .
Να φύγω από δω , να περάσω σε μια σχολή και να φύγω . Να σπουδάσω και να βρω μια δουλειά ότι να ναι , μακριά από τα χτήματα μακριά . Και να μην ξαναφάω ποτέ σταφύλι στη ζωή μου .
Κι ήρθε ο καιρός και πέρασε στην σχολή . Μηχανολόγος ηλεκτρολόγος στο Πολυτεχνείο .
Ο πατέρας του ερχόταν απ’ τις λαΐκές της Αθήνας εκείνη την ημέρα. Μεσημέρι, κουρασμένος και ξαγρυπνισμένος απ’ τα χαράματα στο πόδι. Να φορτώσει στο αγροτικό τα καφάσια με τα σταφύλια του , να οδηγήσει μες την νύχτα  για να είναι στο πόστο του 6 ή ώρα το πρωί . Να στήσει τον πάγκο του, να ξεπουλήσει.  Να πιάσει φρέσκο χρήμα ζεστό , για το παιδί του . Θα είχε πολλά έξοδα τώρα … αγωνιούσε να δει … πέρασε το καμάρι του ;
Οδηγούσε… και  το ραδιόφωνο έλεγε  τα ονόματα των επιτυχόντων . Ήταν στην εθνική οδό , όταν άκουσε το πολυπόθητο .
Το όνομα του γιου του … πέρασε … πέρασε , το παιδί του είναι πλέον φοιτητής.  Ξέφυγε απ’ την μοίρα του . Το παιδί του θα γίνει άνθρωπος ! Μπήκε σ’ ένα βενζινάδικο και σταμάτησε για να το χωνέψει .
Εκεί … στο πάρκιν , άφησε τα δάκρια της χαράς να κυλήσουν χωρίς ντροπή απ’ τα μάτια του.
Αυτός ο άντρακλας , που έπιανε με τις χερούκλες του την πέτρα και την έστυβε,  έκλαψε … έκλαψε γιατί οι κόποι του δεν πήγανε χαμένοι.


Του βρήκε ένα δωμάτιο με χωλ κουζίνα και μπάνιο … όχι τίποτα πολυτελείας,  ένα αξιοπρεπές διαμέρισμα ήταν, καθαρό και βολικό . Το νοίκιαζε από μια πελάτισσα στη λαΐκή που της πούλαγε  σταφύλια.  Καλή κυρία και σοβαρή η σπιτονοικοκυρά του .  Κάθε Τρίτη ερχόταν κι ο πατέρας στην λαΐκή που γινόταν ακριβώς έξω από την πολυκατοικία.  Του κουβάλαγε του κόσμου τα καλούδια και τα σπιτικά φαγητά της μανούλας του … μη πεινάσει το καμάρι της και αδυνατίσει …τώρα που ήταν μακριά της.  
Κατέβαινε κι αυτός με το πάσο του , ανέμελος και ξένοιαστος φοιτητής … να δει και λίγο τον πατέρα του μήπως και χρειαστεί κάτι .

Χρυσάφι πουλάω σήμερααααα , για περάστε να δοκιμάσετεεεεεεε , τέτοια ραζακιά  κυρία μου δεν θα βρεις αλλού .

Απλωμένα πάνω στον πάγκο του όλων των λογιών τα σταφύλια , κεχριμπαρένιο κέρινο , χρυσή ραζακιά και κατακόκκινη φράουλα , όλα διαλεχτά και ολόφρεσκα . Οι πελάτες συνωστίζονταν μπροστά στο πάγκο , τα έπιαναν , τα ζουλούσαν , γκρίνιαζαν για την τιμή , έφευγαν ή αγόραζαν με χίλια παρακάλια ένα δυο κιλά.  

Πάρε κυρία μου φράουλα διαλεχτή , να φτιάξεις γλυκό άλλο πράμα . Μέχρι και την συνταγή τους έδινε … θα την ξεφλουδίσεις μία μια τη ρόγα θα βγάλεις τα κουκουτσάκια και θα τη δέσεις μ’ ένα κιλό ζάχαρη και μετά θα βάλεις άσπρα μυγδαλάκια.       
Μπα … πολύ φασαρία … θα πάρω τη ραζακιά να τη φτιάξω χωρίς ξεφλούδισμα .

Τόσο νογάγανε οι πρωτευουσιάνες να φτιάξουν γλυκό σταφύλι … μόνο η ποικιλία φράουλα κάνει το γλυκό πετυχημένο , αλλά η ευκολία τους ….
Η κάθε μια με τη γνώμη της κι αυτός με το χαμόγελο να προσπαθεί να μη στενοχωρήσει τους πελάτες του … γιατί ως γνωστόν έχουν πάντα δίκιο .
Κι όταν ξεπουλούσε , του πέρναγε η κούραση και μετρούσε τα  λεφτά χαμογελαστός , έβγαζε μερικά από το μάτσο και του τα δινε. 

Πάρε να έχεις λεφτά , είσαι ολόκληρος άνδρας τώρα , πάρε να έχεις να κερνάς τις κοπελιές , με οικονομία όμως εε ; Μη σε πιάσουν και κορόιδο ! 

Κι ήρθε ο καιρός που τα χρόνια δείξανε σκληρά πάνω στο πρόσωπο του πατέρα. Μια μέρα εκεί που τον έβλεπε να μοχθεί και να παρακαλάει …

Πάρε … πάρε κυρία μου χρυσάφι χαρίζω σήμερα … δυο κιλά εκατό δραχμές τσάμπα … τσάμπα ..

Κάτι έσπασε μέσα του ….. ο άντρακλας ο πατέρας του , να εκλιπαρεί να πουλήσει … να εκλιπαρεί ….. να έχει κλείσει η φωνή του  ραγισμένη και βραχνή . Να έχει σηκωθεί απ’ τη μαύρη νύχτα  να οδηγήσει μέχρι εδώ  και το μεσημέρι να γυρίσει να πάει να κόψει τα αυριανά σταφύλια και πάλι κάθε μέρα ίδια και απαραλλάχτη …. Μια ατέλειωτη  κούραση …….

Πατέρα δεν χρειάζεται πλέον να τρέχεις στις λαΐκές , δώσ’ τα σ’ ένα έμπορα . Καιρός να ξεκουραστείς …….
Τι λες ; Θα τα πάρει για πενταροδεκάρες ο έμπορας … Δεν τα πάω καλύτερα στο ζαμπόχο ;*   Εγώ  είμαι ακόμα γερός . Τι νομίζεις ότι γέρασα ;

Πεισματάρης και περήφανος, νόμιζε πως θα ξοφλούσε έτσι η ζωή του αν καθόταν επιτέλους να ξεκουραστεί . 
Άφησε τον καιρό να περνά και σπάνια πήγαινε να τον δει στις λαΐκές, ώσπου    τον έπιασε και του μίλησε ένας νεαρός που είχε  τον διπλανό πάγκο .
Δεν πάει καλά ο πατέρας σου  … για πρόσεξέ τον κάπου τα χάνει .
Ανησύχησε , άρχισε να παρακολουθεί την συμπεριφορά του. Στην αρχή δεν φαινόταν καθαρά, αλλά  άρχισε να ξεχνάει βασικά πράγματα, να μπερδεύει τα λόγια του, να μην μπορεί να φτιάξει μια σωστή πρόταση. Το ύφος του είχε γίνει αφηρημένο κι είχε αποκτήσει το μακάριο βλέμμα ενός παιδιού που δεν έχει καμιά σκοτούρα στο μυαλό. Γελούσε χωρίς λόγο , προσπαθούσε να πει κάτι και οι λέξεις χάνονταν μες τη γλώσσα του   ασυνάρτητες χωρίς νόημα .
Η διάγνωση σκληρή … αλτσχαΐμερ .  Η νόσος της εποχής …….
Αυτή ήταν η ανταμοιβή του αγώνα του … του μόχθου του … του ιδρώτα του που μύριζε  χώμα και φυτοφάρμακα .
Δέκα χρόνια έζησε έτσι μακάρια στα τελευταία του , δεν τον άγγιζε τίποτα πια ευτυχισμένος μέσα στα σκοτάδια του μυαλού του .
Ήταν άνοιξη όταν τον ειδοποίησε η μάνα πως δεν έχει πια ζωή ο πατέρας . Είναι ετοιμοθάνατος.  Πήγε στο πατρικό του … η αυλή γεμάτη με ανθισμένα γεράνια και πελαργόνια, τριανταφυλλιές και πασχαλιές . Όργιο χρωμάτων και ευωδιών  … όπως κάθε χρόνο κάθε άνοιξη .  Μάης μήνας !!!
Τα τσαμπάκια στα κλίματα  έδεναν το καρπό , αλλά εκείνος δεν θα τα έβλεπε ποτέ ξανά .  Ταλαιπωρήθηκε  να ξεψυχίσει , όπως ταλαιπωρήθηκε και να ζήσει. 
Έτσι έφυγε … μέσα στου Μαγιού τις μυρωδιές, την ίδια μέρα που είχε έρθει στη ζωή !

Άστα όλα να ρημάξουν είπε στην μάνα του . Εγώ δεν θα ασχοληθώ με τα χτήματα , ούτε σταφύλι θα ξαναφάω στη ζωή μου .  Έχω καλή δουλειά στο εργοστάσιο  είμαι μηχανολόγος και παίρνω καλά λεφτά .
Τα χτήματα  δώστα  μισακά , μη σε δω να τα δουλέψεις εσύ πάλι !
Έτσι δεν ήθελε ο πατέρας ;  Να σπουδάσω … να γίνω άνθρωπος !

Ένα δροσερό φύσημα του χαΐδεύει το πρόσωπο. Ξημέρωσε. Το πρώτο φως τρύπωσε απ’ τις κλειστές γρίλιες.
Πως βρέθηκε αυτό το τσαμπί το σταφύλι εδώ; Δεν θυμάται να το αγόρασε αυτός.  Ποιος το έφερε;
Η κουρτίνα ανέμισε πάλι για λίγο και μετά απόμεινε ακούνητη  .
Η ατμόσφαιρα έγινε πνιγηρή.
Πήρε το τσαμπί και βγήκε στο μπαλκόνι. Κοίταζε τα φώτα στις απέναντι πολυκατοικίες που άναβαν σιγά σιγά. Η πόλη ξυπνούσε , στο ίδιο γρανάζι κάθε μέρα.    
Δεν τον ένοιαζε που περνούσε η ώρα …
Κάθησε σε μια πολυθρόνα και άρχισε να τρώει μία μία τις ρόγες του σταφυλιού  ….
 Τα μάτια του έτρεχαν κόμπους  κόμπους τα δάκρυα …. Εκείνα…  τα δανεικά του πατέρα του όταν άκουσε ότι έγινε άνθρωπος ………

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ  .....................


  






 
Μια δική μου συμμετοχή  στο περιοδικό  ΑΝΤΙ  Χ ΛΟΓΟΥ
δημοσιεύτηκε  στο  τεύχος  Μαρτίου 2012 


14 -9 -2011 Ζηνοβία Μαρνέζη     

10 σχόλια:

  1. Ένα τσαμπί σταφύλι πόσο κόπο θέλει να δώσει την ανταμοιβή του; Μια ολόκληρη ζωή, μια ατέλειωτη κούραση, αγώνα και μόχθο. Αλλά και πόση ευτυχία όταν βλέπεις τη γη να καρπίζει κάθε χρόνο και δίνει απλόχερα τους θησαυρούς της. Άνθρωπος λογιέται όποιος ξέρει να την εκτιμήσει !!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ζίνα μου καλησπέρα!
    Πόσο μου αρέσει αυτή η ιστορία σου δεν λέγεται!!!Πόσο αληθινή είναι το γνωρίζω πολύ καλά!
    Λοιπόν αυτά τα σταφύλια αποξηραμένα, δηλ. οι σταφίδες κράτησαν μακρια από τον θάνατο, εδώ στην Αθήνα, τους γονείς μας στην κατοχή...Ναι, τους έσωσαν κυριολεκτικά!!!!!
    Μπράβο Ζίνα μου για τις ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ και ΑΛΗΘΙΝΕΣ ιστορίες που μας δίνεις!!!!!!!
    Πολλά φιλάκια και καλή εβδομάδα!!!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Εφη μου ναι είναι αληθινή και ανθρώπινη η ιστορία μου ,είναι η ζωή μου και η ζωή της οικογένειας μου . Και αυτό ήταν κάτι που ήρθε αυθόρμητα να το γράψω όταν προσπαθούσα να πω δυο λογια για τον πατέρα μου . Σ' ευχαριστώ πολύ που με επισκέφτηκες εδω στο blog μου . Καλή σου μέρα !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Λαμπρινή πάντα εδώ ...να με τιμάς με τα καλά σου λόγια . Το ευχαριστώ είναι πολύ λίγο για σένα .

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Η ιστορία σου εξαιρετική, μέσα από τη ζωή βγαλμένη. Θαυμάσια γραφή.
    Καλή εβδομάδα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. ypreroxh istoria.....en tsampi stafyli...
    gia osous
    xeroun.. ki egw xerw....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. εκπληκτικό. και παλι... μπραβο μπράβο!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Από τα ωραιότερα που έχω διαβάσει, ειλικρινά με συγκίνησες!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Ο μόχθος και η κούραση είναι ευλογημένα όταν έχουν αντίκρυσμα, κι αυτός ο πατέρας δικαιωθηκε !! Lydia Petridi

    ΑπάντησηΔιαγραφή