Αρχειοθήκη ιστολογίου

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

Ο θησαυρός του Μανωλιού

Άνθρακες ο  θησαυρός

Ο Μανωλιός  ο κουζουλός κάθε  φορά που κατέβαινε  από τα βοσκοτόπια  και τα ορεινά  του Ψηλορείτη  τράβαγε για τον καφενέ του χωριού.  Τα άσπρα γένια  του είχαν αγριέψει  από την απλυσιά. Έσερνε  το  σακάτικο πόδι του και με την γκλίτσα  του έδιωχνε  από μπρος του  όποιον τον εμπόδαε  στο  δρόμο.
-  Φέρε  μια ρακί !  προσταξε  τον καφετζή.
-Και με τι με πλερώσεις;  Με  τσι λίρες  που ήβρες.  Τον κορόιδεψε  ο άλλος.
- Άμα σε δώκω μια  στη  κεφαλή να δεις !  Θύμωσε  ο Μανωλιός  και σήκωσε  την γκλίτσα  απειλητικά.
- Δώσε  να πιει  ότι θέλει  ο Μανωλιός  εγω κερνάω .  Ένας  καλοστεκούμενος  με  περιποιημένη θωριά , χαμογέλασε  από το διπλανό  τραπέζι.
-Δεν θέλω τίποτα  από σε  διάλε  ουλο  μπροστά μου βγαίνεις.
Σηκώθηκε  νευριασμένος  ο Μανωλιός  και έφυγε ρίχνοντας  κακιές ματιές  σε ολους.
-Βρε  το κουζουλό ! Ο Μιχαλιός  γέλασε  σαρκαστικά.
Ορκισμένοι οχθροί οι δυο  τους  από τα μικράτα  τους. Τίποτα δεν θα γεφύρωνε  την έχθρα τους τώρα πια,  ακόμη κι αν εγέρασαν και άσπρισαν τα μαλλιά τους.
Η ιστορία  τους αρχίζει  από πολύ παλιά. Τότενες που ήντουσαν κι οι δυο ντελικανήδες , παλικάρια  όμορφα  και λεβέντες.
Ο Μανωλιός  ήταν γιδάρης, ολημερίς πάνω  στο βουνό και το σούρουπο  κατέβαινε  να διει  την αγαπημένη του τη Μάρω. Τον έκαιγε  ο έρωτας. Κι εκείνη τον αγαπούσε  αλλά έριχνε  τα μάτια της καταγής  και τα μαγουλάκια της έπαιρναν φωτιά.  Έκανε  τα κουμάντα  του ο Μανωλιός κι έστειλε προξενιά.  Εγίνηκε  ένα γλέντι  τότε  στα  αρραβωνιάσματα  ,  ακόμη το θυμούνται  οι παλιοί.  Ζευγάρι   εύμορφο  και οι δυο τους,  ποιο κακό μάτι τους εζήλεψε και δεν προκόψανε;
Δύσκολοι οι καιροί και οι αντάρτες  στα βουνά  αλώνιζαν τα βράχια, τις  χαράδρες ,  τις σπηλιές  και τα βοσκοτόπια.    Έτσι  κι ο Μανωλιός  έπεσε  στα χέρια τους μια μέρα. Τους άκουσε  που έλεγαν για κάποιο κασελάκι με θησαυρό. Με λίρες  χρυσές εγγλέζικες. Θέλανε να το κρύψουν εκεί κάπου στα δικά του τα λημέρια.  Τον σαπίσανε  στο ξύλο για να μη τους μαρτυρήσει. Τον αφήκανε  σχεδόν νεκρό κι εφύγανε.  Τον εβρήκε  ένα γέρος   που ζούσε  μόνος  εκεί πάνω στη καλύβα του.  Ήξερε  από βοτάνια  και τον γιατροπόρεψε  πολλές  μέρες. Έμεινε  μήνους  στο καλύβι του μέχρι να σηκωθεί, γιατί  το δεξί του πόδι το είχαν σακατέψει  κι έμεινε ζουγλός  (  κουτσός )
Όλοι  τον είχαν για αποθαμένο πια.  Αλλά όταν ζωήρεψε  και κατέβει στο χωριό τρόμαξε  ο κόσμος. Η όψη του ήταν άγρια  και σκοτεινή.  Δεν ήταν ο ντεληκανής  που ήξεραν.  Είχε  δει το χάρο και τον νίκησε, αλλά καλύτερα να τον μην το είχε  νικήσει. 
Η Μάρω η αρραβωνιάρα  του παντρευόταν με τον Μιχαλιό τον μοναχογιό της χήρας  της Σταματάκαινας, που είχε πολλά μποστάνια και χωράφια, αλλά κακιά  και γλωσσού. Αλήμονο σ' όποιον έπεφτε  στο στόμα της.  Την Μάρω δεν την ήθελε  για νύφη, αλλά το κοπέλι της ήταν τρελό για δαύτην και της είπε πως θα μαχαιρωθεί αν δεν την επάρει.  « Μωρε  αυτή που την είχε  άλλος  θες;  Ο γιδάρης ο Μανωλιός;  Ο αλαφροίσκιωτος;»
 Ο Μιχαλιός  δεν κώλωσε  μπροστά στην μάνα του. «Θα την επάρω.»  είπε,  και το έκανε.
 Και να οι μπαλωθιές  και να  τα γαμοπίλαφα και  να τα ξεροτήγανα και οι λυράρηδες να παίζουν στο γάμο.  Με δόξα και τιμή έγινε  νύφη της χήρας της Σταματάκαινας  η Μάρω,
 και ο Μανωλιός  απόθανε  για άλλη μια φορά.    
 Τότε  έβαλε  σκοπό της ζωής του να βρει το θησαυρό.  Να βρει τις λίρες τις χρυσές και να πάει να τις πετάξει  στα πόδια της,  της  κακούργας  που τον απαράτησε για τον κανακάρη της Σταματάκαινας. 
Έσκαψε  όλο το Ψηλορείτη, δεν άφησε σπηλιά και λαγούμι.   Πέρασε  όλη τη ζωή του να σκάβει.  Ο κόσμος τον περιγελούσε  και τον έλεγε κουζουλό.  Αλλά εκείνος ζούσε  μόνο και μόνο για τη μέρα που θα έβρισκε  το κασελάκι με τις λίρες.
Εγέρασε,  άσπρισε  η κεφαλή του, μα ο καημός  της χαμένης του  αγάπης  δεν τον άφηκε  ποτές. Κι όποτε  έβλεπε  το Μιχαλιό στο δρόμο του να περνά καμαρωτός και κοτσωνάτος  αλαμπρατσέτα με τη Μάρω, μαύριζε  η καρδιά του.
 Πέρασαν  πια τα χρόνια αλλά αυτός  δεν σταμάτησε να ψάχνει .
Κι ένα δείλι εκεί κοντά  στη καλύβα του συχωρεμένου του γέρου που τον γιατροπόρεψε  τότε παλιά,  πήγε στο πηγάδι να βγάλει νερό με το κουβά. Γύριζε  το μαγγάνι να ανέβει πάνω αλλά ήταν πολύ βαρύ και δυσκολευόταν.
Ίντα μωρές  εγέρασα κι δεν ημπορώ να βγάλω τον κουβά;  Έδωσε  πήρε  και καμιά φορά ανέβηκε  ο κουβάς και μέσα  στο νερό  τι είδε;  Τρελάθηκε ο καψερός.  Ένα σωρό χρυσές λίρες  που άστραφταν στα μάτια του.  Εκεί μέσα  είχαν κρύψει  το κασελάκι λοιπόν;  Κι ο πάτος του πηγαδιού ήτανε  γεμάτος λίρες;   Τις έπιασε  στα χέρια του όλο λαχτάρα.  Μα το πρόσωπό του καθρεφτίστηκε  στο νερό και είδε πως δεν ήταν πια λεβεντονιός .
 Και τσι να τις κάμω τώρα πιο ;  Τι να τις κάμω;  Άχρηστες  μου είναι.   Εγώ θα αποθάνω πια  κι απόμεινα μόνος δίχως τη Μάρω,  δίχως παιδιά.  Κάρβουνα  να γίνουν αυτές  οι λίρες, δεν τις θέλω.  Και τις πέταξε πάλι μέσα  στο πηγάδι.    




Ζηνοβία Μαρνέζη  8-11-2013

6 σχόλια:

  1. πολυ καλη ιστορια!!!
    με πολλα νοηματα και σκεψη!
    μπραβοοο! <3

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μου άρεσε πολύ ο Μανωλιός , μας έβαλε μέσα στην ατμόσφαιρα της ιστορίας με την ντοπολαλιά του !! Κρητίκαρος !!

    Λυδία Πετρίδη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Εκφράσου !!! Ναι αυτό κάνω εκφράζομαι συνέχεια μέσα απο τις λέξεις που κατακλύζουν το μυαλό μου και προσπαθώ να τις βάλω σε σειρά ! Ευχαριστώ πολύ !!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Μάγε μου χαίρομαι που σου αρέσει . Άλλωστε είναι μια ακόμα ιστορίας της Δευτέρας του MAGIC RADIO LIVE !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Λυδία ευχαριστώ πολύ !! Ο Μανωλιός ηρθε έτσι ξαφνικά μ΄ένα κλικ στο μυαλό μου και ευτυχώς δεν το άφησα να πάει χαμένο. Τον έγραψα και του έδωσα ζωή !

    ΑπάντησηΔιαγραφή