Αρχειοθήκη ιστολογίου

Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

Ο ΚΥΝΗΓΟΣ

Ο άνδρας με τη στολή παραλλαγής και τη καραμπίνα στον ώμο αγκομαχούσε προσπαθώντας να βρει το μονοπάτι να βγει στη δημοσιά. Είχε παρασυρθεί από ένα λαγό που του ξέφευγε συνέχεια μέσα  σε  δύσβατες  πλαγιές χωρίς να καταφέρει να τον ξετρυπώσει.
Ένιωσε κουρασμένος και βάρυναν τα βήματά του. Η καρδιά του κτυπούσε ακανόνιστα,  δεν έπρεπε να παρακούσει τον γιατρό του. Οι σύντροφοί του τον ξεμυάλισαν και πάλι για κυνήγι και δεν μπόρεσε να αντισταθεί σ’ αυτό το πάθος του. Ναι  είχε  μεγάλο πάθος με το κυνήγι  από νεαρός. Ενώ ήταν φιλήσυχος  και ήρεμος άνθρωπος, μισούσε  την κάθε μορφή βίας,  απεχθανόταν ακόμη και την παραμικρή φιλονικία, το κυνήγι του έδινε χαρά και απόλαυση.  Ένιωθε ΗΔΟΝΗ κάθε φορά που τραβούσε τη σκανδάλη και άκουγε τον εκκωφαντικό θόρυβο στα αυτιά του από τα σκάγια που είχαν βρει το στόχο τους.  Όσο κι αν δικαιολογούσε μέσα  του  αυτό το πάθος στην ουσία  τον πλήγωνε ο σκοτωμός  των θηραμάτων του.  Δεν  μπορεί…κάτι  μολυσμένο  θα κυλούσε στις φλέβες  από το αίμα των γονιών του που δεν γνώρισε ποτέ. Είχαν σβήσει οι πρώτες σελίδες του μυαλού  και η μνήμη του ξεκίναγε από τα πέντε του χρόνια. Μεσόκοπος τώρα πια  εξήντα χρονών συν τα άδεια  πέντε που μετρούσε, δεν θέλησε να κάνει οικογένεια. Κάτι σκοτεινό τον απωθούσε  απ’ αυτό κι έζησε μόνος, αγαπώντας  αυτή τη περίεργη μοναξιά του.

Ο καιρός άρχισε να μαζεύει σύννεφα και να μαυρίζει. Θα έρθει μπόρα σκέφτηκε κατηφής.  Πουθενά λαγός…ούτε πουλί πετούμενο, τουλάχιστον να έριχνε μια ντουφεκιά, έτσι για να ακουστεί και να σπάσει αυτή την απόκοσμη σιωπή.  Που χάθηκαν και οι άλλοι; Ούτε αυτοί ακούγονταν από κάπου να  δώσουν το στίγμα τους να βρει τον προσανατολισμό του.
Δεν ήταν πια  ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ.  Το σύννεφο  κατέβηκε πολύ και κάλυψε με πυκνή ομίχλη την απότομη χαράδρα με τα έλατα. Ένας κεραυνός έκοψε τον γκρίζο ουρανό στα δυο και χοντρές  σταγόνες άρχισαν να πέφτουν με ορμή. Έχασε  εντελώς το ΔΡΟΜΟ! Έτρεξε να βρει κάπου απάγκιο. Μια πελώρια  βελανιδιά πρόβαλε μπροστά του. Ανατρίχιασε  !  Τα πόδια του τρεμούλιασαν και ένας περίεργος  τρόμος τον κατέλαβε.  Η άρρωστη καρδιά του θα τον πρόδιδε …δεν θα άντεχε άλλο.


 Θα μπορούσε να προστατευτεί στο πυκνό φύλλωμα της αλλά γύρισε το βλέμμα του με αποστροφή.  Και  τότε το είδε !  Ένα ερειπωμένο  σπίτι μέσα στην ομίχλη με τα παράθυρά του να χάσκουν ανοιχτά και τη στέγη του έτοιμη να καταρρεύσει.  Θα του έδινε  όμως ένα καταφύγιο μέχρι να περάσει η μπόρα. Έσπρωξε την ξεχαρβαλωμένη   πόρτα και μπήκε με βήματα δισταχτικά.  Έμεινε  άναυδος!
Μια  ζεστή σπιτική θαλπωρή τον τύλιξε.   Ένα δωμάτιο στρωμένο με χωριάτικα κιλίμια, τραπέζι, καρέκλες κι στη γωνιά οι φλόγες τριζοβολούσαν στο τζάκι.  
Ένιωσε λες κι άνοιξε μια πύλη και βρέθηκε σ’ άλλο κόσμο, σ’ άλλη διάσταση. Μια γυναίκα με σκούρο τσεμπέρι στα μαλλιά ανακάτευε βραστό  σ’ ένα τσουκάλι στη φωτιά.  Είχε ένα απλανές βλέμμα σαν να μην τον έβλεπε.  Ρίγησε  από τα απεγνωσμένα  μάτια της.  Ένα αγοράκι με κουρεμένο κεφάλι ξεπρόβαλε κάτω απ’ το τραπέζι φοβισμένο.  « Μάνα πεινάω.» 
« Τώρα να σου βάλω να φας και να πας να κουκουλωθείς γρήγορα …πριν  …»  έμεινε η φράση της στη μέση.    Μπήκε  φουριόζος ο άνδρας  της κτυπώντας πίσω του τη πόρτα. Το αγοράκι τρόμαξε.  
Φορούσε μια παλιά στρατιωτική χλαίνη και οι αρβύλες του γεμάτες λάσπη λέρωσαν το κιλίμι που με τόση φροντίδα είχε στρώσει η γυναίκα. Πέταξε πάνω στο τραπέζι ένα λαγό και μια ντουζίνα σκοτωμένα πουλιά. Κάθησε βλοσυρός στο τραπέζι.  Δεν ήταν ΓΕΡΟΣ αλλά οι ρυτίδες είχαν σκάψει βαθιά το πρόσωπό του και του έδιναν άγρια όψη. Η γυναίκα και το παιδί λούφαξαν αμίλητοι. Αυτός έβγαλε ένα βαρύ κομπολόι από ΚΕΧΡΙΜΠΑΡΙ κι άρχισε να κτυπά μία μία τις χάντρες  τακ…τακ ..τακ
Αυτό το τακ τακ κτυπούσε σαν σφυρί μέσα στο μυαλό του κυνηγού.  Μνήμες  άσχημες ζωντάνεψαν.   Κάτι  σκίρτησε μέσα του βλέποντας το πεντάχρονο αγοράκι.  Μνήμες θολές  που τον βασάνιζαν. Η ζωή του ξεκίνησε όταν ήταν πέντε χρονών, σ’ ένα ίδρυμα που τον πήγαν και τον άφησαν σαν ένα άδειο τσουβάλι. Ένα  απέραντο κενό είχε μέσα στο κακοπαθημένο και κουρεμένο του κεφάλι. Δεν μιλούσε, δεν ένιωθε τίποτα. «Έχει περάσει ένα ισχυρό σοκ.»  Λέγανε ειδικοί που τον εξέτασαν. Μέχρι που ένα ζευγάρι τον υιοθέτησε και του πρόσφερε  ασφάλεια και στοργή. Άρχισε να λύνεται η γλώσσα του και να βρίσκει την πραγματική του ηλικία.
Ποιοι ήσαν οι γονείς του και από πού φύτρωσε κανείς δεν του είπε κι αυτός δεν θέλησε να μάθει από ένα τρόμο που του έτρωγε τα σωθικά.

Κι αυτό το τακ  τακ του τρύπαγε το μυαλό. Βρισκόταν εκεί χωρίς να βγαίνει  άχνα από το στόμα του . Λες και ο χρόνος είχε σταματήσει. Αυτό το ΤΑΞΊΔΙ ήταν πέρα από τις δυνάμεις του.
 Ο πατέρας  έδωσε μια στο παιδί.  « Μάζευτα αυτά από δω και φέρε το ψωμί.  Και συ τι περιμένεις και δεν μου βάζεις να φάω;» είπε στη μάνα.  Το παιδί τρομαγμένο, αδέξια έκανε μια ζημιά.  Ευκαιρία να ξεθυμάνει στον μικρό, τον άρπαξε από τα αυτιά κι άρχισε να το κτυπά  αλύπητα . Η μάνα όρμησε να το γλυτώσει απ’ τα χέρια του.  Την κτύπησε με λύσσα και την πέταξε στο τοίχο. Εκείνη έψαξε στα τυφλά και βρήκε την καραμπίνα του. Την έπιασε αποφασιστικά και τον σημάδεψε. « Άσε  κάτω το παιδί  αναθεματισμένε. Άστο  θα σε σκοτώσω.»  Εκείνος γέλασε  σαρκαστικά και την έβρισε  χυδαία.  Η μάνα με μάτια κόκκινα από οργή τράβηξε τη σκανδάλη. Το παιδί λιποθύμησε  και η μάνα μόλις είδε τον άνδρα της μέσα στα αίματα έχασε το μυαλό της . Πήρε μια τριχιά και βγήκε τρέχοντας έξω. 

Ο κυνηγός   έπεσε  στα γόνατα.  Το κομμάτι της ζωής του που έλειπε  το ζούσε εκεί μπροστά του,  αόρατος και ανήμπορος να αντιδράσει.  Σήκω  φώναζε  στο μικρό , σήκω να σώσεις την μάνα.

 Δεν πρόλαβε ….την βρήκε  κρεμασμένη στη βελανιδιά.   Η τελευταία του εικόνα ήταν ο μικρός που σπάραζε κάτω από το αιωρούμενο σώμα της μάνας του. Μάνα  δεν σε έσωσα  …κι η κραυγή του σφήνωσε στο λαρύγγι του εκεί να τον πνίγει.

 Μέσα  σε λίγα δευτερόλεπτα γέμισε το κενό της μνήμης του.   Η καρδιά του τον πρόδωσε.  Η ψυχή του είχε βρει επιτέλους το ΛΙΜΑΝΙ που ζητούσε.     




Ζηνοβία  Μαρνέζη  1-10-2013



Υ.Σ Με το διήγημα αυτό είχα την τιμή να συμμετέχω στο διαγωνισμό Λόγω Τέχνης για το έτος Καβάφη .  Με εφτά λέξεις κλειδιά Κεχριμπάρι , Γέρος, Ταξίδι, Λιμάνι, Ηδονή, Καλοκαίρι και Δρόμος.   





16 σχόλια:

  1. Με το διήγημα αυτό είχα την τιμή να συμμετέχω στο διαγωνισμό Λόγω Τέχνης για το έτος Καβάφη . Με εφτά λέξεις κλειδιά Κεχριμπάρι , Γέρος, Ταξίδι, Λιμάνι, Ηδονή, Καλοκαίρι και Δρόμος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ολες οι μνήμες του παρελθόντος μας ακολουθούν και καταγράφονται, από την πρώτη στιγμή της σύλληψής μας. Οσο πιο γρήγορα αποτινάξει κανείς τις μαύρες εικόνες και κοιτάει μπροστά, τόσο πιο λεύτερα θα περπατάει. Δύσκολο πολύ αλλά όχι ακατόρθωτο. Σ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. μακάρι όλοι να βρούμε το λιμάνι της ψυχής μας που αποζητάμε!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. συγχαρητηρια Ζηνα μου!
    καταπληκτικο!!!!!!!

    φιλακια πολλα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Συγχαρητήρια!!! Το διήγημά σου με συγκλόνισε.
    Καλή εβδομάδα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. εξαίρετο.. αν και καμμια φορά.. είναι καλύτερα να ξεχνάει κανεις.. και να μην θυμάται!!
    Χριστός Ανεστη!!! παντα επιτυχίες!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Σόφη πολλές φορές το μυαλό απο αυτοαμυνα θέλει να σβήσει τραγικά γεγονότα και αυτά επανέρχονται σαν φευγαλέα αστραπή που περνάει όλη η ζωή μας μπροστά στα μάτια μας κατά την τελευταία μας πνοή !! Ευχαριστώ πολύ για την επίσκεψη σου , θα χαρώ να σε ξαναδώ εδώ !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Νάντια μου καλώς ήρθες σ' ευχαριστώ !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Κική μου αυτά τα υπέροχα λόγια των φίλων μου πάντα μου δίνουν την ώθηση να γράφω ! Σ ευχαριστώ πολύ !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Ελένη μου μου δίνεις μεγάλη χαρά κάθε φορά που σε βλέπω εδώ ! Σ ευχαριστώ πολύ !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Μαιρούλα χαίρομαι πολύ που σου άρεσε ευχαριστώ πολύ !!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Λαμπρινή μου Αληθώς Ανέστη και χρόνια πολλά για τη γιορτή σου . Ναι τα δυσάρεστα τα απωθεί η μνήμη μας , αλλά όμως αυτά συνεχίζουν να υπάρχουν !!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. Ζήνα το στίγμα σου είναι αντιπροσωπευτικό της γραφής σου!!!!!!!
    Σε φιλώ!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  14. Όμορφη γραφή, όμορφες εικόνες. ΜΠΡΑΒΟ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή