Αρχειοθήκη ιστολογίου

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

ΠΑΡΑ 'ΘΙΝ ΑΛΟΣ

ΠΑΡΑ  ’ΘΙΝ  ΑΛΟΣ            για την  αρχή

Τέλος του καλοκαιριού, οι πρώτες βροχούλες έδιωξαν τους  παραθεριστές που έφευγαν με τα καράβια της άγονης γραμμής.
Το νησί θα έπεφτε στην χειμέρια νάρκη του. Οι μόνιμοι κάτοικοι
θα έβρισκαν πάλι  τις μικρές , απλές  και καθημερινές τους συνήθειες  Το τάβλι στο καφενείο, το ουζάκι με το ψητό χταποδάκι, το ψάρεμα με το καλάμι στα βραχάκια.  
Και η ζωή να κυλάει αργά και ήρεμα … σαν το παλιό κρασί που ωριμάζει.
Αυτές τις συνήθειες  είχε αγαπήσει η Άννα, όταν πριν από ένα χρόνο τα παράτησε όλα και ήρθε να μείνει σ’  αυτό το  ξεχασμένο  νησάκι που στο χάρτη του Αιγαίου ήταν μια μικρή κουκίδα.
Πάντα το είχε όνειρο, να ζήσει μόνη και ελεύθερη , όταν πνιγόταν από την μονοτονία και την πίεση της καθημερινής της ζωής. 
 Η Άννα δεν ήταν πια νέα, αλλά ούτε και ανήμπορη γριά. Είχε μέσα της ακόμη το σθένος  και τη δύναμη , να τα αλλάξει όλα και να κάνει μια νέα αρχή.  Πενηντάρισε, η ζωή έφευγε τόσο γρήγορα, σαν κάποιος να είχε πατήσει το γρήγορο πρόγραμμα στο βίντεο, εκείνο που τρέχει χωρίς φωνή και ανάσα, όταν θέλουμε να ξεπεράσουμε μια βαρετή σκηνή και να πάμε παρακάτω. Μόνο που αυτό το παρακάτω ήταν ίδιο με το προηγούμενο και η σκηνή που περιμένουμε να έχει κάποιο ενδιαφέρον δεν έρχεται ποτέ.
Η πικρή αλήθεια είναι πως βρισκόταν στην αόρατη δεκαετία,
σ’ αυτή που ούτε στα νεανικά κοινά σε κατατάσσουν,  πάνω των σαράντα πέντε, ούτε στα Κ Α Π Η σε γράφουν κάτω των πενήντα πέντε.  Τα άτομα 45 μέχρι 55,  δεν υπάρχουν, κανείς δεν ασχολείται μαζί τους .   Γι αυτό ότι καταφέρουμε μόνοι μας,  αδέλφια ! 
Αυτό το νησάκι το είχε επισκεφτεί στα νιάτα της, ήταν ερωτευμένη τότε … φυσικά ευτυχισμένη.  Είχε μείνει σ΄ ένα δωματιάκι ψηλά πάνω στο βράχο, με ένα  υπέροχο μπαλκόνι,  με θέα την απέραντη θάλασσα.
 Αυτό το δωματιάκι ονειρευόταν  όταν ήθελε να ξεφύγει το μυαλό της απ’ τα προβλήματα.  Να κάθεται εκεί στο μικρό μπαλκονάκι  και να φαντάζεται ιστορίες, να της έρθει επιτέλους εκείνη η ευλογημένη έμπνευση και να γράψει ένα βιβλίο.
Κι επειδή  όταν θέλεις κάτι πολύ, το πετυχαίνεις,  έτσι και η Άννα, δεν ήθελε να περιμένει άλλο,  παράτησε την δουλειά της, τους φίλους,  τις υποχρεώσεις της και ότι άλλο την έδενε με την παλιά της ζωή, πήρε το καράβι και ήρθε.  Καθηγήτρια φιλόλογος ήταν … ένιωσε πια πως στέρεψε και δεν είχε τίποτα άλλο να προσφέρει στους μαθητές της.   Σε κανένα δεν είχε να προσφέρει τίποτα πλέον, κανείς δεν είχε την ανάγκη της, παρά μόνο ο εαυτός της.  
Για πρώτη φορά σκέφτηκε πως άξιζε κάτι και αυτή  και πως ήρθε ο καιρός να κάνει το όνειρό της αληθινό.
Το δωμάτιο της κυρά Μορφούλας ήταν εκεί και την περίμενε. Μαζί της κουβάλησε  μια βαλίτσα με βιβλία που πάντα ήθελε να διαβάσει αλλά δεν είχε χρόνο, ένα πάκο με χαρτί και πολλά μολύβια και  όρεξη να γράψει.  Όμως ο καιρός περνούσε και εκείνη  έξυνε ξανά και ξανά τα μολύβια, γέμιζε τόνους με πριονίδι,  τα μολύβια σώθηκαν πια και το άγραφο χαρτί κιτρίνισε άδοξα, χωρίς να υπάρξει ούτε μια τόσο δα μικρή λεξούλα επάνω του.        
Το να αγναντεύει με τις ώρες την θάλασσα  δεν  ωφελούσε. Ο κόσμος ήταν εκείνος που θα της έδινε την έμπνευση.
Γρήγορα έπιασε γνωριμίες με τους ντόπιους. Τους ήξερε όλους πια με τα μικρά τους ονόματα. 
Κατέβαινε κάθε πρωί αχάραγα να πιει καφέ στο καφενέ με τους ψαράδες. Έπαιζε τάβλι μαζί τους και τους κερνούσε ρακί, όταν έχανε.  Συζητούσε με τις γριούλες στις αυλές και μάθαινε βελονάκι και κομποβελονιά.  Παίνευε το γλυκό του κουταλιού και άκουγε τις με προσήλωση τις προσωπικές  ιστορίες τους . 
Εκείνος ο πρώτος χειμώνας στο νησί την άλλαξε, την έκανε πρόσχαρη,   επικοινωνιακή και υπομονετική .
Κυρά δασκαλίτσα την αποκαλούσαν όλοι και την αποζητούσαν στην παρέα τους. 
« Κυρά δασκαλίτσα εδώ η ζωή δεν περνιέται εύκολα. Η μοναξιά σε σκοτώνει, τα νιάτα ξενιτεύτηκαν και απομείναμε εδώ μια χούφτα γέροι, να περιμένουμε κάθε δεκαπέντε το καράβι, να μας φέρει τα νέα του έξω κόσμου.»
« Κι ο έξω κόσμος μπούχτισε πια … αν ξέρανε που είναι ο παράδεισος και πλακώνανε όλοι εδώ,  θα αλλοίωναν αυτή την ομορφιά που μόνο εσείς έχετε τη χάρη να απολαμβάνετε …  τότε θα νιώθατε στο πετσί σας  τα πραγματικά προβλήματα.»
«Και συ πως και βρέθηκες εδώ;  Δεν έχεις άνδρα και παιδιά;»
« Απ’ όλα έχω, αλλά ξεμπέρδεψα μαζί τους.  Η κόρη μου μεγάλωσε δεν μ’ έχει ανάγκη  …κι ο πρώην άνδρας μου, έχει κι άλλες πρώην ας πάει σ’ αυτές να τον φροντίσουν.»
 Όλους του ήξερε με τα μικρά τους ονόματα, ο Μήτσος ο φούρναρης της κρατούσε πάντα το ξεροψημένο καρβελάκι με το σουσάμι που της άρεσε,  ο Μανώλης ο ψαράς,  το φρέσκο μαριδάκι όπως το έβγαζε σπαρταριστό απ’ τα δίχτυα,  η κυρά Μορφούλα η σπιτονοικυρά της , τα νόστιμα γεμιστά της και το κυδώνι το γλυκό κάθε απόγευμα.
Ο χειμώνας ήταν δύσκολος. Το νησί έμενε μέρες αποκλεισμένο χωρίς καράβι. Η Άννα πίστευε πως γρήγορα θα πλήξει, αλλά ευτυχώς η μελαχγολική της διάθεση την είχε εγκαταλείψει και έβρισκε κάθε μέρα, νέα ενδιαφέροντα πράγματα να κάνει.
Την γοήτευε  η βροχή που έπεφτε στα τζάμια της,ο αέρας που κτυπούσε τα παραθυρόφυλλα, η θάλασσα η αγριεμένη που έκανε τις ψαρόβαρκες να χορεύουν στην προβλήτα.
Ανάσαινε τον θαλασσινό αέρα και όταν είχε απανεμιά χάζευε με τις ώρες , τα πυροφάνια πέρα μακριά στο πέλαγος . 
Στις χειμωνιάτικες λιακάδες κατέβαινε χοροπηδώντας τα σκαλιά μέχρι το λιμανάκι και σιγοτραγουδούσε την  « Μπαλάντα του Αντρίκου».  Κι όταν βαριότανε,  έστυβε το μυαλό της να της έρθει καμιά καλή ιδέα.
Με όλους είχε πιάσει φιλίες  και  στο μοναδικό καφενέ του νησιού , την περίμεναν οι θαλασσοδαρμένοι ψαράδες,  να ακούσουν τις ιστορίες της,  που τις σκάρωνε εκείνη ακριβώς τη στιγμή που τις έρχονταν στο μυαλό και τις ξεφούρνιζε, ζεστές και φρέσκιες, χωρίς  καμιά  προετοιμασία.  
Την είχαν αποδεχτεί σαν  φυσικό φαινόμενο χωρίς να απορούνε τι ζητάει εκεί μια γυναίκα μόνη της. Ίσως κρυφά να την έλεγαν και ψώνιο,  αλλά είχαν δει καν και καν  ψώνια που έρχονταν κατά καιρούς  στο νησί τους και ένιωθαν πως αυτή κάπου ξεχώριζε.
 « Εσύ είσαι συγγραφέας κοπέλα μου.  Για δεν κάθεσαι να τις γράψεις αυτές τις ιστορίες που μας λες;»
« Ε όχι και συγγραφέας,  μεγάλη κουβέντα είναι αυτή, οι  αληθινοί συγγραφείς που εγώ θαυμάζω και αγαπώ θα καγχάζουν μαζί μου.  Μια παραμυθατζού είμαι … και λέω ωραία παραμύθια.»  
Μόνο μ’  ένα γεράκο, κακοσούλουπο και σκουντούφλη δεν είχε παρτίδες.   Όταν ερχόταν στον καφενέ καθόταν μοναχός και δεν μιλούσε σε κανένα.
« Ωχ ήρθε πάλι ο μουρλό Λουκής.»
Ψιθύριζαν πίσω απ’ την πλάτη του, όμως του μιλούσαν με ευγένεια και σεβασμό,  ίσως και με κάποιο δέος …
Τον χαιρετούσαν και τον κερνούσαν τσίπουρο και τσιγάρα. 
Η Άννα το πρώτο καιρό δεν έδωσε σημασία,  ίσως να είναι ο τύπος ο γραφικός του χωριού, σχεδόν κάθε τόπος  έχει και τον τρελό του.
Όμως σιγά σιγά άρχισε να αναρωτιέται, τι καημό κρύβει μέσα του αυτός ο γεράκος και δεν το μολογάει σε κανένα. 
Απ’ το μπαλκόνι της ψηλά, έβλεπε κάτω ένα όμορφο κολπίσκο που δεν είχε εύκολη πρόσβαση απ’ την ξηρά, Εκεί είχε το σπιτάκι του ο μουρλό Λουκής .  Κάτι σαν μια νοσηρή  περιέργεια  της είχε πιάσει να μάθει γι αυτόν. Πήρε κιάλια και τον παρακολουθούσε. Της έγινε συνήθεια  κάθε πρωί να βγαίνει και να τον κοιτάει,  όταν ψάρευε με την βαρκούλα του στα ανοιχτά ή όταν καμάκωνε με το καμάκι του χταπόδια  στα βραχάκια.
Ακόμη δεν είχε καταλάβει πως αυτός ο γεράκος θα ήταν η θρυαλλίδα που θα έδινε φωτιά στην έμπνευσή της.   Το ένστικτο μπορεί να κοιμάται, αλλά μερικές φορές λειτουργεί και κοιμισμένο.
Πώς να τον πλησιάσει να πιάσει κουβέντα μαζί του;
Πήρε ένα καλάμι για ψάρεμα και τσαλαβουτώντας άκρη  άκρη στην ακροθαλασσιά, έφτασε στον ορμίσκο του. Έλειπε,  δεν ήταν εκεί  είχε ανοιχτεί με την βάρκα του.
 Πλησίασε το σπιτάκι του και είδε έξω στην αυλή του ένα ολόκληρο εργαστήριο με εργαλεία ξυλογλυπτικής και έναν απίθανο στολίσκο από μικρές ξύλινες βαρκούλες εξαίσιας τεχνικής.  Σαν αυτές που πουλάνε στα μαγαζιά για σουβενίρ στους τουρίστες.
Τις χάζευε εκστατική.  Μικρές,  μεγάλες, άλλες με κατάρτια και πανιά, με τονισμένη την παραμικρή λεπτομέρεια  επάνω τους, βαμμένες με ζωηρά χρώματα.   Τότε πρόσεξε πως όλες είχαν το ίδιο όνομα χαραγμένο στην πλώρη τους. ΚΟΡΑΛΙΑ  !
Κοράλια;   Ίσως μπορεί να τις λένε όλες κοράλια, το κοράλι είναι θαλάσσιος  οργανισμός.   
  Έπιασε μια στα χέρια της και την περιεργάστηκε με θαυμασμό . Ώστε έτσι ζει αυτός ο καημένος ο γεράκος, φτιάχνει ξύλινες βαρκούλες και τις πουλάει στους τουρίστες.
Απορροφημένη να κοιτάει με θαυμασμό τις βαρκούλες δεν τον κατάλαβε πως ήρθε ξαφνικά.  Ένιωσε άσχημα που παραβίασε του χώρο του.
-Επ τι ζητάς εσύ εδώ; Δεν θυμάμαι να σε κάλεσα.
- Συγνώμη για την αδιακρισία μου, να ψαρέψω στα βραχάκια ήρθα, αλλά είδα αυτές τις πανέμορφες βαρκούλες και στάθηκα να τις θαυμάσω.   Τις πουλάτε;
- Αυτές όχι … είναι δικές μου, αλλά αν θέλεις να παραγγείλεις κάποια, θα σου φτιάξω μια.  
- Αν έχετε την καλοσύνη  θα ήθελα μια. Να σας δώσω και προκαταβολή, όσα έχω επάνω μου τώρα.
- Τι όνομα θέλετε να της γράψω; 
- Κοράλια, όπως αυτές …
- Αυτές δεν τις λένε κοράλια,  Κοραλία τις λένε.
- Κοραλία !! Τι όμορφο όνομα ! 
- Εσένα πως σε λένε κυρά δασκαλίτσα;  Σε φωνάζουν όλοι έτσι, αλλά το όνομά σου δεν το λένε. 
Ώστε την ήξερε ο γερό Λουκής,  την  είχε προσέξει. 
- Άννα με λένε  μπαρμπά Λουκή  και μένω εδώ από πάνω στο σπίτι της Μορφούλας.
- Κρίμα … εγώ νόμιζα πως σε λέγανε Μαρίνα …
 Μαρίνα;  Πως του ήρθε;
-Άμα θες εσύ μπαρμπά Λουκή να μες λες Μαρίνα, δεν έχω αντίρρηση. 
- Μου θυμίζει η φυσιογνωμία σου μια κοπέλα που γνώρισα κάποτε, έτσι τη έλεγαν.   Βέβαια εκείνη τότε, ήταν φρέσκο κοριτσόπουλο, πάνω στα νιάτα της.  Και εγώ πάνω στα νιάτα μου ήμουν τότε.
- Ε εντάξει μπορεί να έχω μπαγιατέψει και να μην είμαι πια φρέσκο κοριτσόπουλο, αλλά πως και έκανες τέτοιο συνδυασμό στο μυαλό σου;  Από πού κι ως που σου θύμισα εκείνη. 
- Σε παρατηρώ καιρό τώρα, κάτι μου λέει πως αν ζούσε ακόμη η Μαρίνα θα ήταν ίδια με σένα.  Έτσι θα μεγάλωνε κι αυτή, τα χρόνια θα της έδιναν την δική σου γλυκιά  όψη. Ήταν όμορφη … κοπέλα.
- Την αγαπούσες πολύ μπαρμπά Λουκή;  Και η Κοραλία ποια ήταν; Κι άλλη αγαπημένη είχες;  
Δεν απάντησε κι άλλαξε κουβέντα.
-Έμαθα πως είσαι λέει …παραμυθατζού, θέλεις να γράψεις ένα βιβλίο και δεν ξέρεις τι να γράψεις. 
- Ξέρεις πολλά για μένα. Εσύ θα μου  πεις για σένα; 
- Άμα θέλεις … εδώ θα είμαι , φέρνε το καλάμι σου και θα τα λέμε.   
Έτσι άρχισε η φιλία της με τον γερό Λουκή.  Κάθονταν στα βραχάκια και ψάρευαν ώρες ατέλειωτες. 
Την συγκλόνισε η ιστορία του, έκλαψε πολλές φορές κρυφά μόνη της για τα βάσανά του. Έμαθε ποια ήταν η Κοραλία … έμαθε  ποια ήταν και η Μαρίνα και γιατί της έμοιαζε τόσο.
- Είχα μια θεία που δεν την γνώρισα ποτέ. Αδελφή του πατέρα μου ήταν. Πέθανε πριν γεννηθώ εγώ.  Κάηκε σε μια πυρκαγιά στην μακρινή Αυστραλία.  
Σήκωσε το πουκάμισό του και της  έδειξε τα σημάδια από φωτιά.
- Σε εκείνη την πυρκαγιά κάηκα κι εγώ … δεν μπόρεσα να την σώσω.
- Τι απίστευτο, τι τρομερό … ήσουν εσύ μαζί της;   Τις τελευταίες της στιγμές;   Σε ευχαριστώ για ότι έκανες Λουκή … σε ευχαριστώ γιατί έμαθα πως δεν ήταν  έρημη και μονάχη … είχε άνθρωπο που την αγαπούσε κοντά της. 
Ο χειμώνας τελείωνε και η Άννα δεν είχε βαρεθεί.  Ούτε την άνοιξη έφυγε.   Έγραφε, έσβηνε και πάλι τα ίδια.  Η συγκλονιστική έμπνευση δεν ερχόταν.
Παρέα με τον γερό Λουκή, δεν τον αποχωριζόταν,  αφού οι άλλοι οι πιο παλιοί της γνώριμοι της άρχισαν τα παράπονα.
- Κυρά δασκαλίτσα, πολλές αγάπες με μουρλό Λουκή έχεις, εμάς δεν μας καταδέχεσαι ……..
Καθόταν τότε  και έπαιζε τάβλι μαζί τους,  έπινε ρακές και τους έλεγε ανέκδοτα και παραμύθια,  για να μη παραπονιόνται.   
Στις αρχές του καλοκαιριού,  πλάκωσαν  οι πρώτοι παραθεριστές, κι  αποφάσισε να φύγει.   Η ομορφιά και η ησυχία αυτού του τόπου θα χάλαγε.   Ευκαιρία να πάει να δει το σόι της … μήπως και την αποθύμησαν.  Μπα ούτε που θα πήραν χαμπάρι ότι λείπω  !!!   
-Μπαρμπά Λουκή  θα φύγω τώρα, όμως τον Σεπτέμβρη που θα φύγουν οι εισβολείς θα ξανάρθω.
- Μη μου δίνεις υποσχέσεις που δεν θα τηρήσεις.
- Στο ορκίζομαι … έχω να γράψω και ένα βιβλίο …
- Παραμυθατζού !!!
Έριξε δυο τρεις βαρκούλες στο νερό και έτσι ξαφνικά της ήρθε το 
χαρούμενο τραγουδάκι  κι άρχισε να του τραγουδάει  την μπαλάντα του Αντρίκου .
-Έτσι για να με θυμάσαι και να περιμένεις να γυρίσω .
Τα μεσημέρια τα ζεστά , την βάρκα παίρναμε του Αντρέα
Για να μας πάει στα ανοιχτά όλες μαζί τρελή παρέα
Η Κατερίνα και η Ζωή , το Αντιγονάκι και η Ζηνοβία
Ω τι χαρούμενη ζωή κτυπάς τρελή καρδιά με βία
 Άλλαξε τα ονόματα …
Η Αννούλα  και η Ζωή , το Μαρινάκι και η Κοραλία  

          Τέλος του καλοκαιριού. τα καράβια έφευγαν γεμάτα και γύριζαν άδεια στο νησί.  Η Άννα όμως κράτησε την υπόσχεσή της και ξανάρθε.  Το δωμάτιο της Μορφούλας την περίμενε. 
Και ο γερό Λουκής την περίμενε … τον αναγνώρισε αμέσως στην προβλήτα πριν ακόμη δέσει το καράβι . 
-Έι  μουρλό Λουκή καλώς τα δέχτηκες !!!
         Την περασμένη χρονιά  όσο η Άννα ξεχειμώνιαζε στο νησί, είχαν συμβεί  γεγονότα  στον κόσμο.   Γεγονότα και στον μικρόκοσμο του καθενός που καθορίζουν την πορεία της ζωής τους.    
Εκείνη την νύχτα στο νησί πέρα μακριά στο πέλαγος  έμελε να παιχτεί μια τραγωδία.
Η Άννα  είχε ανήσυχο ύπνο, ξύπνησε τα μεσάνυχτα και άνοιξε την μπαλκονόπορτα και ρούφηξε τον θαλασσινό αέρα. 
Την είχε επηρεάσει μια κουβέντα του Λουκή που ήταν ταραγμένος και νευρικός .  « Δόξα τω Θεώ που ήρθες … σήμερα φοβόμουν πολύ μέχρι να δέσει το καράβι και να σε δω , έτρεμα …»
«Τι έπαθες Λουκή;  Είδες κακό όνειρο;»
«Κάτι θα μου φέρει  η θάλασσα απόψε  … δεν ξέρω τι, μακάρι να είναι για καλό.»
Τώρα τι κάθομαι και σκέφτομαι; Τα λόγια του γερό Λουκή;
Πήγε πάλι μέσα να κοιμηθεί.  Μέσα στον ύπνο της άκουσε ένα εκκωφαντικό θόρυβο, κάτι σαν έκρηξη.  Ερχόταν από μακριά, απ’ την θάλασσα.  Μπα όνειρο θα είναι !!!
Βγήκε πάλι στο μπαλκόνι. Κοίταξε κάτω στον ορμίσκο του Λουκή, Τον είδε να με ένα αναμμένο πυρσό να κάνει σινιάλα.
Ντύθηκε και κατέβηκε σαν την τρελή κάτω.  Γρατζούνιστηκε στα βραχάκια μέχρι να φτάσει στην καλύβα του Λουκή.
-Τι έγινε Λουκή;  Άκουσες και συ ένα μπαμ; 
- Ναι ένα σκάφος πρέπει να ανατινάχτηκε στα ανοιχτά.  Πάει το λιμενικό να δει τι έγινε.   Όμως κι εγώ τρέχω πάνω κάτω στην παραλία.  μήπως και βρεθεί  άνθρωπος  που χρειάζεται βοήθεια.
Πήρε και η Άννα ένα πυρσό και έψαχνε μαζί του.
 Σκοτεινή νύχτα χωρίς φεγγάρι, που να ξεχωρίσεις άνθρωπο στην παραλία.  Ο γερό Λουκής  την είδε πρώτος.  Το πορτοκαλί σωσίβιο φωσφόριζε μες το σκοτάδι.
- Εδώ, εδώ … Άννα,  εδώ είναι μια κοπέλα λιπόθυμη. 
Έτρεξε κοντά του και την γύρισε ανάσκελα.
-Ξέρω από πρώτες βοήθειες, θα της κάνω το φιλί της ζωής.
Η Άννα προσπαθούσε πάλι και πάλι να την συνεφέρει.
- Έλα κοπέλα μου,  έλα ανάπνευσε , γίνε καλά …
Με τα πολλά τα κατάφερε, η κοπέλα έβγαλε ένα αναστεναγμό και συνήλθε βγάζοντας  το νερό απ’ το στόμα της. 
-Είναι μακριά η καλύβα σου Λουκή, πήγαινε φέρε στεγνά ρούχα και θα την προσέχω εγώ.  
- Ποια είναι αυτή η γοργόνα; Πανέμορφη είναι!  Δεν σου είπα εγώ ότι κάτι θα μου έφερνε η θάλασσα απόψε. 
Η κοπέλα ήταν πράγματι καλλονή.  Παρ’ όλο που τα ξανθά μακριά μαλλιά της ήταν βρεμένα  και μπερδεμένα και ή όψη της ήταν χλωμή και τρομαγμένη, φαινόταν  ολοκάθαρα  πόσο  όμορφη ήταν.
Όταν μπόρεσε να μιλήσει,  έτρεμε απ’ το σοκ και δεν ξεκαθάριζαν οι κουβέντες της, τα δόντια της κτυπούσαν απ’ το τρέμουλο. 
-Σώστε και τον άνδρα μου,  κάπου θα είναι κι αυτός,  πηδήξαμε στην θάλασσα και κολυμπούσαμε μαζί πλάι πλάι. Μετά χαθήκαμε.  Ψάξτε τον …σας παρακαλώ. Θα τρελαθώ αν πεθάνει.
- Ήταν κι ο άνδρας  της μαζί;  Πως θα τον βρούμε τώρα; Σε λίγο θα χαράξει,  θα τον εντοπίσει το λιμενικό; 
 -Πως σε λένε κοπέλα μου;  Ποια είσαι;
-  Οι δικοί μου  θα τρελαθούν απ’ την αγωνία τους,  πώς να τους ειδοποιήσω;   
- Όλα θα γίνουν μην ανησυχείς … μπορείς να περπατήσεις μέχρι εκείνο το σπιτάκι; Έλα σήκω να σε πάμε,  εκεί θα ζεσταθείς.
Με πολύ προσπάθεια την πήγανε μέχρι το καλυβάκι του γερό Λουκή. Το πρώτο φως της μέρας τρύπωσε απ’ τις γρίλιες. Η κοπέλα έτρεμε ακόμη απ’ την ταραχή.
- Μη αφήσετε να με πάρουν πριν έρθουν οι δικοί μου. Μόνο τους δικούς μου να ειδοποιήσετε, θα σας δώσω το τηλέφωνο του αδελφού μου, αυτός ξέρει τι πρέπει να κάνει.   Φοβάμαι πολύ.  Αυτοί που θέλανε να μας σκοτώσουν μπορεί να το ξαναπροσπαθήσουν.  
- Ποιοι θέλανε να σας σκοτώσουν κορίτσι μου; Αυτό που λες είναι πολύ σοβαρό,  να ειδοποιήσουμε τον αξιωματικό του λιμενικού.
- Όχι, όχι ακόμη. πρέπει να βρεθεί πρώτα ο άνδρας μου. Μη μάθουν ότι γλυτώσαμε … 
- Τι ακριβώς έγινε; 
- Ο καπετάνιος, έβαλε μια βόμβα στο τιμόνι και το έσκασε μ’ ένα φουσκωτό, νόμιζε πως εμείς κοιμόμαστε.  Από καθαρή τύχη  ξύπνησα και τον άκουσα να φεύγει. Ανεβήκαμε στο πιλοτήριο και τότε την είδαμε … είχε δυο λεπτά να εκραγεί. Πάνω στη στιγμή,  αρπάξαμε πανικόβλητοι  δυο σωσίβια και πέσαμε στην θάλασσα.  Χαθήκαμε μέσα στο νερό … και τώρα δεν ξέρω που να βρίσκεται … αν πνίγηκε … τι θα κάνω εγώ …
Η κοπέλα έκλαιγε με λυγμούς. Τίποτα δεν την παρηγορούσε.
- Αυτό που λες είναι πολύ σοβαρό … είναι εγκληματική ενέργεια . Ξέρεις ποιοι είναι αυτοί που θέλανε το κακό σας.
-  Υποπτεύομαι ποιος αλλά είναι αδιανόητο  … δεν θέλω να το πιστέψω.
Η Άννα είχε απομείνει αποσβολωμένη, την αγκάλιασε και την έσφιγγε πάνω της  για να πάψει να τρέμει .
- Έλα μη φοβάσαι τώρα … εμείς θα σε βοηθήσουμε, θα βρεθεί και ο άνδρας σου … όλα θα πάνε καλά.  
 Ο Λουκής της πρόσφερε ένα ζεστό τσάι να συνέλθει και τότε πρόσεξε ένα χρυσό περίτεχνο δαχτυλίδι που φορούσε στο δάχτυλό της
- Αυτό το δαχτυλίδι που φοράς,  αν επιτρέπετε, ποιος σου το έδωσε;   
- Έχει τα αρχικά  Μ. Κ. είναι  οικογενειακό κειμήλιο της γιαγιάς μου,   εκείνη μου το έδωσε.  Γιατί ρωτάτε; 
- Και πως λένε την γιαγιά σου κορίτσι μου; 
- Μαργαρίτα  Παρτισιάνου το γένος Καντελάκη.
- Αποκλείεται !!!
Η Άννα κοίταξε ξαφνιασμένη τον Λουκή, τι έτρεχε με αυτό το δαχτυλίδι που τον φρίκαρε;  

Είδες πως έρχεται η ευλογημένη έμπνευση; 
Στις υπόλοιπες σελίδες θα ξεδιπλωθούν οι πιο απίθανες κωμικοτραγικές συμπτώσεις . 
 Αφηγήσεις τεσσάρων  γυναικών που κρατούν από ένα κομματάκι του παζλ   χωρίς  καν να το ξέρουν.  Η κάθε μια με την δική της ιστορία όταν ενώσουν τα κομμάτια,  θα φανερώσουν κρυμμένες αλήθειες και  φανερά ψέματα,  που θα αλλάξουν τη ροή  της ζωής τους.  
Όλα  τα γεγονότα έχουν σχέση μεταξύ τους, τόσο πολύ πια  που θα νομίζεις πως είναι ένα παραμύθι  απ’ αυτά που δεν είναι αληθινα.

Η Ναυσικά,  η Μαρίνα, η Μαργαρίτα και η Αρτεμισία , θα δώσουν φωνή στην Κοραλία της σιωπής .




Ζηνοβία Μαρνέζη 

 

5 σχόλια:

  1. Είδες πως έρχεται η ευλογημένη έμπνευση;
    Στις υπόλοιπες σελίδες θα ξεδιπλωθούν οι πιο απίθανες κωμικοτραγικές συμπτώσεις .
    Αφηγήσεις τεσσάρων γυναικών που κρατούν από ένα κομματάκι του παζλ χωρίς καν να το ξέρουν. Η κάθε μια με την δική της ιστορία όταν ενώσουν τα κομμάτια, θα φανερώσουν κρυμμένες αλήθειες και φανερά ψέματα, που θα αλλάξουν τη ροή της ζωής τους. Η Ναυσικά, η Μαρίνα, η Μαργαρίτα και η Αρτεμισία , θα δώσουν φωνή στην Κοραλία της σιωπής .

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ζηνα μου καλημερα!
    Τι να πω!
    Καλοκαιρινες αφηγησεις! Περιπλανησεις! Καλοκαιρινα ολα!
    Με εβαλες σε ενα κλιμα μα βαρκες και θαλασσα!
    Μυριζει αλμυρα και μ αρεσει τοσο πολυ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.

      Διαγραφή
    2. Κική μου την ιδέα να βάλω αυτή την ανάρτηση την πήρα απο σένα και τη παρέα που σκέφτηκε να γράψει κατι για βάρκες . Αυτή είναι η συμμετοχή μου . Ευχαριστώ !

      Διαγραφή
  3. Όντως σου ήρθε έμπνευση, το έχεις!

    Καλό Σ/Κ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή