Αρχειοθήκη ιστολογίου

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Αναίσθητοι και ονειροπόλοι 5ον


Και με τους  φίλους  τους παλιούς

    Αυτή η άνοιξη ήταν σκληρή. Ο αέρας δεν μοσχομύριζε λουλούδια , αλλά μύριζε μπαρούτι και  «ευγενή» ραδιενεργά στοιχεία  που είναι άοσμα μεν αλλά το ίδιο δολοφονικά.
Τα έριχναν με αφθονία οι έξυπνες  Νατοΐκές βόμβες στην διπλανή χώρα που ήταν κάποτε η Γιουγκοσλαβία.
Η ατμόσφαιρα κίτρινη και θολή έπνιγε την Θεσσαλονίκη. Οι δρόμοι και το λιμάνι γεμάτο με Νατοΐκά  άρματα και ξένους στρατιώτες.
Μαύριζε η ψυχή ανοιξιάτικα και δεν είχε χώρο για λίγο φως, δεν είχε χώρο να κάνει το σοβαρό αστείο για να σκορπίσει έστω και φαινομενικά το σκότος που ερχόταν με την πιο άγρια μορφή του.
Διαδηλώσεις υπέρ της ειρήνης, αντιαμερικάνικα συνθήματα, σχεδόν καθημερινές συναυλίες και μπλουζάκια με το στόχο που ειρωνευόταν την υπερδύναμη του πλανητάρχη σαν να του έλεγαν.
«Εδώ είμαστε, κτύπα κατευθείαν στην καρδιά.»
Όχι ήταν πολύ σοβαρό, για αστείο. Πώς να νοιώσει ο απλός άνθρωπος ασφαλής και πώς να τολμήσει να μειδιάσει με τις μικροχαρές του , να ζήσει την ξενοιασιά της καθημερινότητας του.
Όχι ήταν πολύ σοβαρό για να το κάνεις ανέκδοτο.
«Λίγα χιλιόμετρα μακριά η σφαγή και η φρίκη και εγώ μιλάω για το χαμένο χαμόγελο και για την χαμένη ξενοιασιά;» μουρμούρισε η Άννα, καθώς κατέβαινε βιαστικά την Αγίας Σοφίας προς την θάλασσα και από εκεί έστριψε δεξιά  για να βγει στην πλατεία Αριστοτέλους.
Η εξέδρα είχε στηθεί από νωρίς. Τα ηχεία και τα φωτορυθμικά είχαν εγκατασταθεί. Όλα ήταν έτοιμα για την μεγάλη συναυλία.
Παρασκευή βραδάκι και ο καιρός ήθελε παιχνιδάκια, μια ψιλόβρεχε , μια καθάριζε. Τίποτα δεν πτοούσε τον κόσμο που είχε μαζευτεί από νωρίς για να βρει μια καλή θέση μπροστά στην σκηνή.
Όλες οι καφετέριες γεμάτες με ανθρώπους κάθε ηλικίας και φύλου , μ΄ ένα διάχυτο ενθουσιασμό και αισιοδοξία , με μια κρυμμένη ελπίδα να ξορκίσουν το κακό με το τραγούδι.
Όχι δεν ήταν πανηγύρι , ήταν κραυγή απόγνωσης.
Η Άννα χαμένη μέσα στο πλήθος άφησε τα δάκρυά της να τρέξουν και να ξεπλύνουν  την όξινη βροχή που έπεφτε και έκαιγε το πρόσωπα.
 Αναπτήρες και κεράκια τρεμόσβηναν μέσα στο ψιλόβροχο σαν προσευχή …σαν δέηση …σαν ικεσία.  Με αεροπλάνα  και βαπόρια…
«Πόσα χρόνια σιγοτραγουδάω αυτό το τραγούδι. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Μεγάλωσα μ’ αυτό και πάντα μ’ άγγιζε. Σήμερα όμως με πόνεσε πιο πολύ. Απόκτησε άλλη έννοια μεσ’  το μυαλό μου.»
Άναψε κι αυτή τον αναπτήρα της να ενωθεί η φλογίτσα του με τις άλλες και να λάμψει το  ζοφερό σκότος που καλύψει την ανθρωπότητα.  Ένοιωσε το σφιγμό και τον παλμό του κόσμου γύρω της που σκεφτόταν όπως κι αυτή.
«Δεν είμαι μόνη μου στο σύμπαν,   κι όμως τέτοιες  στιγμές θα ήθελα ένα άνθρωπο δικό μου.  Κάποιον που να θέλει να μιλήσει λίγο μαζί μου Πόσο μου έχει λείψει ένας φίλος.»  
Σπρώχνοντας ελαφρά τον κόσμο μπόρεσε να ξεφύγει από το πλήθος και να ανέβει προς την Εγναντία.  Τα βήματά της την οδήγησαν σ΄ ένα γραφείο ταξιδίων.  Δεν ήταν αυτός ο σκοπός της. Υποσυνείδητα ίσως από την ανάγκη της να βρει ένα φίλο.
Άνοιξε την πόρτα και χαμογέλασε στο εικοσάχρονο κορίτσι που καθόταν σ’ ένα γραφείο.
-Λίζα  ψυχούλα μου τι κάνεις;  Όσο πας και γίνεσαι και πιο όμορφη, θα έχεις κάψει καρδίες εσύ!
Η κοπέλα σηκώθηκε όλο χαρά την αγκάλιασε και την φίλησε.
-Τι  έκπληξη και αυτή κ. Άννα μου. Καιρό είχαμε να σας δούμε. 
- Ο πατέρας σου είναι εδώ κορίτσι μου;
- Ναι μέσα στο γραφείο του.
- Μόνος του;
- Ναι μόνος του. Γέλασε η κοπέλα.
- Η Γερμανίδα που είναι;
- Η Έρρικα πήγε διακοπές  στην πατρίδα της. Είπε κάνοντας ένα μορφασμό  αγανάκτησης.
- Τσακώθηκαν πάλι;
- Ε … τα συνηθισμένα .
- Μην ανησυχείς θα ξανάρθει.
-Γι αυτό ακριβώς ανησυχώ.  Γέλασαν κι δυο συνωμοτικά.
- Άννα ;  Την φωνή σου άκουσα;  Μη μου πεις !  Ώστε ήρθες να με δεις 
- Να μη σε ενοχλήσω αγαπητέ μου Τιμόθεε. Περαστική είμαι.
- Έλα μέσα καλέ , που είσαι περαστική ! Εγώ λαχταρώ πιο πολύ να σε δω.  Ο άνδρας είχε σηκωθεί απ’ το γραφείο του και πλησίασε  με ανοιχτά χέρια την Άννα . Την έσφιξε στην αγκαλιά του και την φίλησε στα μάγουλα.
- Καλά στην ίδια πόλη ζούμε εμείς;  Τις προάλλες που σε είδα , τότε που παραλίγο να σε κτυπούσα με το αμάξι , μου υποσχέθηκες ότι θα ερχόσουν να με δεις.
- Να που ήρθα , μην έχεις παράπονο. Εκτός αυτού δεν νοιώθω άνετα, να με αγριοκοιτάζει η δικιά σου. 
- Εντάξει είναι λίγο ζηλιάρα, δεν μπορεί να καταλάβει την φιλία που έχουμε τόσα χρόνια. Την έστειλα λίγες μέρες στην μαμά της, να ηρεμήσω κι εγώ.   Λίζα κλείσε το γραφείο και πήγαινε στον κυρ Φώντα δίπλα να μας παραγγείλεις ουζάκια και κανά μεζέ. Ξέρεις εσύ.
- Εγώ μπαμπά θέλω να πάω στην συναυλία.
- Καλά θα πας, τακτοποίησε πρώτα εμάς εδώ. Έχουμε να πούμε πολλά με την φιλενάδα μου.
- Άστο το κορίτσι να φύγει, να προλάβει.  Από εκεί έρχομαι κι εγώ, γίνεται ο χαμός, εκεί έπρεπε να είναι τώρα όχι εδώ.
- Να πιούμε κάτι, ουζάκι με θαλασσινά και ψητό χταποδάκι . Μη σε νοιάζει, η Λίζα θα τα παραγγείλει και θα μας τα φέρει ο Φώντας.
Και ιπποτικά της πρότεινε το μπράτσο του και την συνόδεψε στο ιδιαίτερο γραφείο του.  Ήταν πολυτελέστατο , με αναπαυτικές πολυθρόνες και θύμιζε πιο πολύ σαλόνι παρά γραφείο ταξιδίων.
 Είχε βέβαια στους τοίχους αφίσες με εξωτικά μέρη και προσφορές για ονειρεμένα ταξίδια και σκορπισμένα φυλλάδια εδώ και εκεί πάνω στα τραπεζάκια. 
-Λοιπόν πως πάνε οι δουλειές Τίμο ;
- Λίγο πεσμένα τα πράγματα, τώρα με τον πόλεμο  ο κόσμος νοιώθει ανασφαλής, ποιος έχει κέφι για ταξίδια. Όμως υπάρχει κάποιος που ήρθε προχθές και έκλεισε ταξίδι για την Ισπανία. Νομίζω πως το ξέρεις ή όχι;
- Ναι φυσικά και το ξέρω. Ο Φίλιππος δεν πτοείται από τέτοιες κρίσεις. Είναι φουλ ερωτευμένος με την καινούργια του γυναίκα και δεν της χαλάει χατήρι.
- Θα πάρει και την κόρη σας μαζί .
- Ναι η Χριστινούλα έχει μεγάλη αδυναμία στον πατέρα της. Δεν την χάλασε και πολύ το ότι αυτός έχει φτιάξει δυο φορές ακόμη καινούργιες οικογένειες.
- Και συ θα μείνεις μόνη σου χρονιάρες μέρες; Έλα στο κτήμα μου στην Επανωμή. Θα περάσουμε πολύ ωραία. Θα ψήσουμε το αρνί, θα γλεντήσουμε … αλήθεια θα χαρώ πολύ αν έρθεις.
- Σ΄ ευχαριστώ πολύ βρε Τίμο και μόνο που το σκέφτηκες, αλλά και εγώ θα φύγω. Θα πάω στο χωριό μου , πεθύμησα τους δικούς μου , τους γονείς μου, τα ανιψάκια μου, είναι άρρωστη και η γιαγιά μου και θέλει να με δει. 
- Θα πας κάτω λοιπόν… θα δεις και την …
- Δώρα; Ναι θα την δω, θέλεις να της πω τίποτα ;
-Όχι τι να της πεις … αφού δεν την νοιάζει… αν σε ρωτήσει μόνο, πες της πως είμαι καλά.
- Ακόμη την σκέφτεσαι Τίμο; Μετά από τόσα χρόνια ;
- Δεν βγήκε από μέσα μου ποτέ. Όσο κι αν προσπάθησα. Όλες οι σχέσεις μου μετά απ’ αυτήν ήταν επιφανειακές. Υποκατάστατα ψάχνω για να ξεχνιέμαι . Και η Έρικα αυτό είναι. Μάλλον δεν θα ξανάρθει πίσω. Βαρέθηκα !  Η Δώρα ήταν και είναι ακόμη η αγάπη της ζωής μου.  Μερικές φορές σκέφτομαι πόσο άδικα σκοτώσαμε αυτή την αγάπη. Δεν βοήθησαν και οι συγκυρίες, λες κι όλα συνωμότησαν να μη βρούμε εμείς οι δυο την ευτυχία.  Όταν πια μπόρεσα να νοιώσω εγώ ελεύθερος από τον αποτυχημένο γάμο μου με την Μαριάννα, εκείνη είχε φτιάξει αλλιώς την ζωή της και την καριέρα της. Ακόμη έχω την πίκρα από την άσπλαχνη φυγή της. Την καταλαβαίνω αλλά δεν την συγχωρώ. Υπήρξε άδικη μαζί μου. Δεν μου έδωσε την ευκαιρία ούτε να πω την δική μου άποψη. Αποφάσισε αυτή και για τους δυο μας.  Έτσι, λες και ήμουν ένα τίποτα . Μ΄ αγάπησε ποτέ βρε Άννα; Εσύ που είσαι φίλη της και τα ξέρεις όλα, πες μου μ’  αγάπησε ποτέ;   
 Η Άννα τον άφησε να μονολογεί χωρίς να τον διακόπτει. Τον είχε γνωρίσει όταν ήσαν κι δυο τους νέα και ξένοιαστα παιδιά. Ήταν ο μεγάλος έρωτας της φίλης της Δώρας.  Είχαν περάσει τις πιο όμορφες και ευτυχισμένες στιγμές της νιότης τους, η Άννα και ο Φίλιππος, η Δώρα και ο Τίμος, εκεί στην όμορφη και ερωτική Θεσσαλονίκη την δεκαετία του 80 , Τότε που τίποτα δεν τους σταματούσε, τότε που είχαν τη ορμή να γευτούν, να γλεντήσουν , να κερδίσουν και να πετύχουν στην ζωή τους.
- Ξέρεις κάτι φίλε μου Τίμο; Ο αληθινός έρωτας μένει πάντα ανεκπλήρωτος,  αλλιώς φθείρεται και τελειώνει άδοξα , όπως ο δικός μου με τον Φίλιππο.
- Και συ βρε Ανννούλα όμως είσαι αντράκι, παλικάρι σωστό. Αλήθεια σε θαυμάζω, χαίρεσαι την ζωή όπως έρχεται. Ξεπέρασες το διαζύγιό σου με αξιοπρέπεια.  Ο Φίλιππος πάντα έπαιζε το μάτι του, είχε αδυναμία στις μικρούλες. Δεν περίμενα όμως ποτέ ότι θα χάλαγε την οικογένειά του, ότι θα έκανε δεύτερο γάμο με την … πως την λέγανε; Ματίνα; Ναι μ΄ αυτήν και δυο μωρά μαζί της και μετά θα χώριζε πάλι για μια ακόμη πιο μικρούλα … την περιβόητη Δάφνη.
Η Άννα γέλασε χωρίς πίκρα.  Όσο κι αν πονούσε μέσα της ποτέ δεν κρατούσε ένα άνδρα με το ζόρι κοντά της.
- Και η πλάκα είναι πως και οι δυο γυναίκες του και η Ματίνα και η Δάφνη έρχονται σε μένα όταν έχουν προβλήματα. Ναι έχουμε γίνει φίλες.  Η Ματίνα που χώρισα εξ αιτίας  της και δεν ήθελε ούτε να με ξέρει με παίρνει κάθε τόσο τηλέφωνο έξαλλη και μου κάνει ένα σωρό παράπονα για τον Φίλιππο. Της στοίχισε πολύ ο γάμος του με την Δάφνη . Και εγώ τι να κάνω ρε Ματίνα. Και εγώ πληγώθηκα αλλά η κόρη μου τι έφταιγε; Ερχόταν κρυφά ο Φίλιππος για να δει το κορίτσι, επειδή δεν τον άφηνε απ΄την ζήλεια της. Έκανε μαζί του δυο αγοράκια να΄ ναι καλά τα παιδιά, και νόμιζε ότι θα τον έδενε για πάντα κοντά της; Πιάνεται βρε στη φάκα ο Φίλιππος    Γνώρισε μια πιο μικρή και πιο τσαχπίνα και την έκανε πάλι.
- Και η Δάφνη όμως είναι τσαούσα , ότι θέλει τον κάνει, έχει πολλές απαιτήσεις. Να τους έβλεπες προχθές, που ήσαν εδώ για να κανονίσουν το ταξίδι τους. Ότι ήθελε αυτή.
- Ναι , όμως προσέχει και την Χριστινούλα, δεν έχω παράπονο. Να τώρα θα την πάρουν μαζί τους στην Ισπανία. Αυτό το εκτιμώ πολύ. Έχουν γίνει φιλενάδες οι δυο τους.
- Μπράβο αυτό είναι καλό, εξ άλλου δεν έχουν και μεγάλη διαφορά ηλικίας.  Είπε ο Τίμος χαριτολογώντας . Κι εσύ τι κάνεις όμως; Έφτιαξες την ζωή σου ή παραμένεις μόνη σου;
- Εγώ καλά είμαι, τα έχω βρει με τον εαυτό μου και τις φιλίες μου έχω και τα … φλερτάκια μου. Έμεινα εδώ στην Θεσσαλονίκη για να έχει επαφή η κόρη μου με τον πατέρα της. Να μην τον στερηθεί. Όταν ήρθα για σπουδές ήμουν 18 χρονών και έμεινα εδώ για πάντα. Μόνιμος κάτοικος  ! Τα πιο πολλά χρόνια μου εδώ τα έζησα παρά στον τόπο μου.
- Σε θυμάμαι τότε στα νιάτα σου βρε Άννα και σένα και την Δώρα. Είχατε άλλο  αέρα, νότιο, Πελοπονήσιο , σταμάταγε η κυκλοφορία όταν περνάγατε.
- Κι όμως μας κοροΐδεύατε,  θυμάσαι; Μας λέγατε, Λαΐδες και  κατά- αυλακιώτισσες .
- Έλα μωρέ, σας πειράζαμε γιατί σας γουστάραμε, δεν ήταν από κακία.
-Ξεχαστήκαμε με την κουβέντα, τι ώρα πήγε;
- Ώρα να δούμε το σήριαλ της Δώρας .
- Δεν το χάνεις βλέπω.
- Ποτέ !
- Ξέρεις τηλεφωνηθήκαμε χθες. Είναι φοβερά αναστατωμένη και συγκινημένη.
- Γιατί;  Τι  της συμβαίνει;
- Ήρθε ο γιος της απ’ την Αμερική. Αύριο θα τον ξαναδεί και πάλι , μετά από πολλά χρόνια. Από τότε που ήταν μωράκι τριών ετών. Εγώ τον είχα βαπτίσει και σαν νουνά του που είμαι ανυπομονώ να τον ξαναδώ. Μου είχε στοιχίσει κι εμένα πολύ αυτή η απουσία …
Η Δώρα ήταν πολύ ταραγμένη στο τηλέφωνο, δεν ξέρει τι να κάνει.  Φοβάται μήπως την απορρίψει … μήπως την αγνοήσει σαν μάνα του.
- Αλήθεια; Ο γιος της που τον είχε υιοθετήσει η αδελφή της ; Σπάνια μου μιλούσε γι αυτό, αλλά πονούσε πολύ, το ένοιωθα εγώ. Ήταν το αγκάθι της ζωής της, που δεν την άφηνε να χαρεί τίποτα. Πολλές φορές τις νύχτες πεταγόταν στον ύπνο της απ΄ κάποιο όνειρο και έκλαιγε. Τότε προσπαθούσε να την ηρεμήσω και να την καθησυχάσω, Θυμάμαι πόσο αγαπούσε την Λιζούλα, την φρόντιζε , την έπαιζε, την νοιαζόταν πιο πολύ κι απ΄ την ίδια της την μάνα. Και η Λίζα την αγαπούσε και την είχε ανάγκη , το ήξερες ότι την φώναζες μαμά;
Έψαχναν να βρουν παρηγοριά η μία στην άλλη. Δεν βαριέσαι … όταν έφυγε δεν σκέφτηκε τίποτα, ούτε το κορίτσι μου, που έλεγε ότι το αγαπούσε.  Μόνο εγώ ξέρω, πως κατάφερε να ξεπεράσει κι άλλη μια εγκατάλειψη από μια μάνα.
-Μην την κατηγορείς Τίμο. Ξέρεις την τραγωδία της. Τουλάχιστον εσύ έπρεπε να την καταλάβεις.  Δεν θα μπορούσε να ευτυχίσει με κανένα άνδρα, ούτε καν με σένα. Μια μοναχική δυστυχισμένη ύπαρξη είναι.  Και η ευτυχία της θα είναι μόνο αν την αποδεχτεί ο γιος της και την συγχωρήσει.   Καταλαβαίνεις λοιπόν πόσο σημαντικό θα είναι αυτό το Πάσχα. Θα βρεθούμε όλοι μαζί. Θα σμίξουμε και θα δοθούν οι απαντήσεις . Σαν έξοδος μια αρχαίας τραγωδίας που δίνει την λύτρωση και τον επίλογο… Ελπίζω μόνο να είναι ευτυχισμένος επίλογος… εκείνο όμως που με συγκινεί πιο πολύ είναι που έρχεται επιτέλους και ο Δημήτρης απ’ το Ζαΐρ.
- Ο Δημήτρης; Τι κάνει αυτός;  Που βρισκόταν;
- Ιεραπόστολος στο Ζαΐρ, δυστυχώς όμως τα νέα του είναι άσχημα .
 Είναι άρρωστος βαριά, έρχεται στην Ελλάδα για θεραπεία, και μάλλον δεν θα ξαναπάει πίσω.
-Τι μου λες,  πολύ λυπάμαι. Αν ήξερες πόσο τον είχα πονέσει αυτόν τον άνθρωπο. Αφιερώθηκε στον Θεό έγινε ιεραπόστολος για να προσφέρει στον κόσμο  που είχε ανάγκη.
- Έτσι είναι ! Δεν ξέρω αν γνωρίζεις την ιστορία του;  Αν στην είπε ποτέ η Δώρα; 
- Όχι δεν την ξέρω. Η Δώρα απέφευγε να μου πει όταν την ρωτούσα. Άλλαζε κουβέντα. Οικογενειακό μυστικό μου έλεγε.
Εκείνη τη στιγμή τους διέκοψε ο κυρ Φώντας που ήρθε φορτωμένος με τα ουζάκια και τα νηστίσιμα μεζεδάκια του.
-Άντε γεια μας Αννούλα να περάσεις καλά στο χωριό σου και να μου τους φιλήσεις όλους.
Έλα άντε και πάλι γεια μας και τσούγκρισαν τα ποτηράκια με το ούζο. Στην παρέα τους είχαν και την Δώρα που τους κοίταζε μέσα απ’ το γυαλί της τηλεόρασης.
-Γεια σου και σένα βρε φιλενάδα με το καλό να ανταμωθούμε.
- Λοιπόν δεν θα μου πεις για τον Δημήτρη;
- Έχεις χρόνο ν ΄ ακούσεις;
-Έχω και χρόνο και διάθεση  να ακούσω.
- Άκου λοιπόν Τίμο φίλε μου μια πολύ παλιά ιστορία. Μια ιστορία που άρχισε μισό αιώνα πριν.


 
 
 

3 σχόλια:

  1. Αργω πολλες φορες να ερθω απο το σπιτικο σου αλλα δεν ξεχνω τους μπλοκοφιλους.Ευχομαι μια ομορφη εβδομαδα!!!!
    Χρονια πολλα για την ημερα Πολυ ομορφο το κειμενο!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σκρουτζάκο χαίρομαι πάντα με την επισκεψη σου , σ΄ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια !!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. poly kalo zina,,,,

    mairisoukouli...

    ΑπάντησηΔιαγραφή