Αρχειοθήκη ιστολογίου

Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Αναίσθητοι και Ονειροπόλοι 6ον



 ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ  ΙΣΤΟΡΙΑ 



    Η κυρά Λένη καμάρωνε τον γιο της που είχε έρθει με άδεια απ’ το στρατό. Τέλη δεκαετίας του 40 και η χώρα έβγαινε από το σκοτάδι του πολέμου και του εμφυλίου με ένα καινούργιο αέρα ανανέωσης. Όλος ο κόσμος ένοιωθε αυτήν την ανάσα ανακούφισης και ανασυγκρότησης που πλανιόταν στην ατμόσφαιρα.  
 Μια καινούργια εποχή άρχιζε με μια κρυφή ελπίδα… να φτιάξουν τα πράγματα.
Η κυρά Λένη , αρχοντογυναίκα από σόι, ήταν απ’ τα πιο σημαντικά πρόσωπα του χωριού. Ο άνδρας της ο Θοδωρής Παπαβελλής , πλούσιος κτηματίας κατάφερε να κρατήσει την περιουσία του στα δύσκολα χρόνια .Ήταν έξυπνος και πανούργος  άνθρωπος και εθνικόφρονας μέχρι το κόκαλο. Τα είχε καλά με όλους… αυτούς που εξουσίαζαν κατά καιρούς αυτόν τον τόπο.  
Ο προπάππος του ήταν βαφτιστήρι του Θ. Κολοκοτρώνη, εξ ου και το όνομά του. Από τότε είχε ο προπάππος του γη δικιά του.  Γη που την αυγάτισαν με δουλειά και προκοπή οι γιοι και τα εγγόνια του.  Κερδίζοντας έτσι και την περηφάνια ότι ήσαν από αρχοντική γενιά. Προύχοντες και όχι κολίγες. Περήφανοι και αλαζόνες λοιπόν οι Παπαβελλαίοι, κυβερνούσαν την μικρή κοινότητα του χωριού με την περιουσία τους δίνοντας μεροκάματο σε πολλούς ταπεινούς συγχωριανούς τους που δεν είχαν τη τύχη να έχουν ένα κομμάτι γης.
 Μα πιο πολύ τους ευγνωμονούσαν εκείνοι οι ταλαίπωροι οι πρόσφυγες που ήρθαν ζητιάνοι και πεινασμένοι απ’ την καταστροφή του 22 και τους έβγαλε  η μοίρα τους στην Κορινθία.  Σ ΄αυτή την ευλογημένη γη στην πεδινή και παραλιακή Κορινθία με τα πλούσια αμπέλια, τα εύφορα περιβόλια με τα εσπεριδοειδή, και τους ελαιώνες.
 Και τι δεν ευδοκιμούσε σ’ αυτή τη γη !
Χαρά σ’ αυτόν που την όριζε και την διευθετούσε. Γιατί έτσι όριζε και τους ανθρώπους που έτρωγαν κι αυτοί ένα ψίχουλο στην ανάγκη τους.
Και ο Θοδωρής Παπαβελλής είχε κληρονομήσει εκτός από τα πλούσια και εύφορα κτήματά και την περηφάνια και την αλαζονεία των προγόνων του. Έπρεπε να του χρωστάνε χάρη όλοι αυτοί οι πεινασμένοι που χόρτασαν την πείνα τους στα δικά του χωράφια. Ακόμη κι αυτοί που πρόκοψαν με την σκληρή δουλειά και έφτιαξαν δικά τους χωράφια και περιουσία, δεν είχαν θέση στο περιβάλλον του. Για τον Παπαβελλή ήσαν πάντα οι πρόσφυγες ή όπως τους αποκαλούσε περιφρονητικά     “Τουρκόσποροι”
Τώρα τελευταία του είχαν ψιθυρίσει οι άνθρωποί του , ότι ο Αναστάσης, ο μοναχογιός του, το καμάρι του, ο κληρονόμος του , είχε νταραβέρια ,με μια κοπελιά απ΄ τον προσφυγομαχαλά.
Την ήξερε. ήταν η Μαρινούλα. Όμορφη κοπέλα και δουλευταρού πολύ. Δούλευε σαν δυο άνδρες μαζί. Δεν είχε παράπονο πάνω σ΄ αυτό.
Όμως πολύ της πήγαινε να ρίξει τα μάτια της στο γιο του.
Η γυναίκα  του η κ. Λένη έπεσε να πεθάνει μόλις το έμαθε. « Τι θα κάνουμε; Τι θα κάνουμε , το παλιοθήλυκο που πάει να τυλίξει το παλικάρι μας.»
«Άσε βρε γυναίκα, παιδί είναι, θέλει να γλεντήσει.»
«Δεν τις ξέρεις εσύ τι σουπιές είναι αυτές οι τουρκαλίτσες. Θα τον δέσει με τα κόλπα της και θα έρθει νύφη μες το σπιτικό μας. Άντε και θα δεις τι σου λέω. Θα μας διαλύσει το σπίτι , αυτό σου λέω. Αυτά τα όνειρα έκανα εγώ για το παιδί μου;»
Και δώστου και κτυπιότανε κι καταριότανε την ώρα και την στιγμή.
Ο Παπαβελλής συμφωνούσε βέβαια μαζί της, αλλά ήθελε να περιμένει λίγο να δει που θα πάει η κατάσταση. Ο Αναστάσης ήταν ο μοναχογιός του, είχε και δυο κόρες. Ξένο κρέας όπως έλεγε !
Θα πάρουν την προίκα που τους πρέπει και θα φύγουν.
Η νύφη που θα έμπαινε στο σπιτικό του έπρεπε να είναι από καλή οικογένεια και …ντόπια . Του είχαν φέρει προξενιά για μια νοικοκυροπούλα από τα πιο ορεινά χωριά. Σεμνή, όμορφη κοπελιά, μορφωμένη , από καλό σόι και με προίκα καλή. Δεν τον είχε λοιπόν το γιο του για μια τουρκοσπορίτισα. Για μια ταπεινή προσφυγοπούλα !

     Ο Αναστάσης , παλικάρι όμορφο, οι μοίρες δεν τσιγγουνεύτηκαν τα δώρα τους όταν γεννήθηκε.  Τι θείο μεγαλείο να νοιώθεις αυτό το παλικάρι ερωτευμένο και τρελλό από αγάπη και πάθος για μια κοπέλα.
Και η φτωχή Μαρινούλα να λειώνει και μόνο στη σκέψη ότι αυτός ο άνδρας αγαπούσε μόνο εκείνη. Ένας έρωτας που ζεις μόνο μια φορά στην ζωή σου.  Μόλις ερχόταν με άδεια απ’ το στρατό, έτρεχε να τη βρει, να την δει από μακριά, να μιλήσουν με τα μάτια, να διώξουν την ανασφάλεια και να πιστέψουν ότι ακόμα ο ένας είναι για τον άλλον και δεν έχει εισχωρήσει ανάμεσά τους τρίτος άνθρωπος.
Περνούσε με το ποδήλατο έξω απ΄ το σπίτι της και σιγοσφύριζε ένα τραγουδάκι.
Η κοπέλα λαχτάριζε και πέταγε η καρδούλα της. Έτρεχε στο μαντράκι και κρυφοκοίταζε να τον δει που περνάει. Φώναζε τάχα τις κοτούλες της «Πρου πρου βρε, ελάτε κοτούλες μου.» Για να την ακούσει κι αυτός και να καταλάβει ότι είναι εκεί. Πετούσε τότε ένα χαρτάκι διπλωμένο στην αυλή της και έφευγε σφυρίζοντας κοιτάζοντας αλλού.
Γλυκά μου μάτια αγαπημένα.
Η Μαρίνα έτρεχε να το πιάσει και να το κρύψει μέσα στην μπλούζα της, πάνω στην καρδιά της. Κοιτούσε γύρω της μη τη δει η μάνα της και περίμενε να βρει την ώρα που ήρεμη και μόνη θα το διάβαζε. Της έγραφε όλα τα νέα του ,για το στρατό, για την ζωή του που περνούσε δύσκολα μακριά της. Της έγραφε πόσο την  αγαπάει και πόσο υποφέρει. Της έκανε τα παραπονάκια που κάνουν όλοι οι ερωτευμένοι από ζήλεια. Και η Μαρίνα έκλαιγε μια από χαρά και μια από απελπισία.    

Την άλλη μέρα οι εργάτριες ήσαν στα αμπέλια για ξέφυλλο. Η Μαρίνα δούλευε μαζί με τις άλλες κοπελιές και όλο κοίταζε κατά το δρόμο.
Να κι ο Αναστάσης που ερχόταν να δει τα κτήματα και πως πάνε οι δουλειές, να μιλήσει και να χαιρετήσει τους εργάτες. 
«Ήρθε ο γιος του αφεντικού .» φώναξε μια κοπελιά.
  Ο κυρ Ανέστης ο επιστάτης έτρεξε να τον καλωσορίσει. « Βρε καλώς το παλικάρι μας. Πως πάει ο στρατός; ΄Αντε κοντεύεις πια ;»    «Καλημέρα κυρ Ανέστη, ήρθα να σας χαιρετήσω, γιατί το βράδυ φεύγω πάλι.»
 « Τόσο γρήγορα;»
«Ναι δεν έχω πολλή άδεια αυτή τη φορά, όμως σε δυο μήνες απολύομαι και τελειώνουν τα βάσανα.»
 «Άντε με το καλό.»
Μετά τους χαιρετούσε όλους , έναν έναν και όλο και κάτι τους έλεγε και χαριεντιζόταν με τις κοπέλες. Μερικές , οι πιο τσαχπίνες τον πείραζαν με νάζι και τερτίπια και αυτός γελούσε και το φχαριστιόταν .
Η Μαρινούλα πέθαινε απ’ τη ζήλεια και τον πόνο που ένοιωθε , γιατί αυτή δεν μπορούσε να καλαμπουρίσει μαζί του έτσι άνετα, όπως οι άλλες. Δεν ήθελε μετά να την πιάνουν στο στόμα τους και να την κοτσομπολεύουν.  Μετά από ατέλειωτη ώρα έφθασε και στην αράδα της. Τα χέρια της δούλευαν γρήγορα και μηχανικά, αλλά το μυαλό της ήταν μόνο σ’ αυτόν.
«Α , να και το Μαρινάκι ! Τι γίνεται; Πως πάνε τα κέφια ; Όλα καλά;»
«Καλημέρα Αναστάση, καλά είμαι, μια χαρά, ευχαριστώ.»
Αχ αυτό το τρέμουλο στην φωνή. Προδότης !
Και δίνοντάς του το χέρι να τον χαιρετήσει του έδωσε και αυτή ένα χαρτάκι διπλωμένο. Ο ήλιος είχε φθάσει πια στα μεσούρανα και τους έκαιγε τα πρόσωπα. Όμως δεν ήταν αυτός η φωτιά, ο έρωτας  ήταν !
 Τα χέρια τους δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν. Τα μάτια τους πετούσαν σπίθες . Στα χείλη τους είχαν σταματήσει οι λέξεις που θα θέλανε να πουν αλλά δεν τολμούσαν . Από ποιον θέλανε να κρυφτούν;
Η Ρίτσα μια κοπελιά που έκοβε το μάτι της και όλα τα παρακολουθούσε πετάχτηκε με θράσος και είπε  . «Αφεντικό , εμάς δεν μας χαιρέτησες δια χειραψίας, γιατί εμείς τι έχουμε;»
«Σκάσε μωρή !» της ψιθύρισε μια άλλη.
Ο Αναστάσης τράβηξε το χέρι του και έβαλε στην τσέπη του βιαστικά το χαρτάκι.  Η Ρίτσα όμως το είδε και χαμογέλασε πονηρά , κάτι πήγε να πει πάλι, αλλά συγκρατήθηκε και δεν μίλησε.
Το παλικάρι προχώρησε να δει και τους άλλους, τότε η Ρίτσα πλησίασε την Μαρίνα και της είπε με κακία. «Νομίζεις πως δεν είδα ότι κάτι έδωσες στο αφεντικό; Πολύ ψηλά κοιτάζεις κοπέλα μου, πρόσεξε για θα πέσεις απότομα και…»
«Και σένα τι σε μέλλει; Κοίτα την δουλειά σου.» της αντιμίλησε η Μαρίνα.
«Γιατί πιστεύεις ότι θα  σε παντρευτεί δηλαδή; Μια σαν κι εσένα;»
«Και πάλι δεν σε αφορά και γύρνα στην δουλειά σου.»
Η κοπέλα ήταν τόσο χαρούμενη  και αυτά τα λόγια της Ρίτσας της χάλασαν την καρδιά.
«Ας το καλό μωρέ. Ο κόσμος μόνο να πληγώνει ξέρει.» ψιθύρισε.  Και  κοκκίνιζε  από ντροπή  σαν παπαρούνα.


Αχ  Μαρίνα , ένα λουλούδι  του  αγρού,  όμορφη, γλυκιά με τα πιο εκφραστικά και θλιμμένα μάτια στη πλάση .  Η  μοίρα  σου θα είναι σκληρή , αλλά ακόμα δεν το ξέρεις ....τώρα ζεις το πρώτο  σου ερωτικό σκίρτημα . Είσαι ευτυχισμένη !!





 συνεχίζεται 















2 σχόλια:

  1. Αχ Μαρίνα , ένα λουλούδι του αγρού, όμορφη, γλυκιά με τα πιο εκφραστικά και θλιμμένα μάτια στη πλάση .

    !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!omorfo....

    mairi soukouli..

    ΑπάντησηΔιαγραφή