Αρχειοθήκη ιστολογίου

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

ΧΑΡΙΤΩ ....Χαριτωμένη 2ο μέρος

Πέρασαν χρόνια και χρόνια, το μυστικό περνούσε απ’ την μάνα στη κόρη κι απ’ τη γιαγιά στην εγγονή.
Τα κορίτσια που είχαν τη τρίαινα σημάδι,  ήξεραν πως ότι κι αν έκαναν να κρατήσουν τα αρσενικά παιδιά τους, θα ερχόταν η κακιά στιγμή που θα πλήρωναν το χρέος τους στην Μέδουσα.  Τα αγόρια τους θα γίνονταν δελφίνια και τα πικρά δάκρυα που θα έχυναν στη θάλασσα,  μαργαριτάρια πολύτιμα .  Έφτασε κάποτε ο καιρός και δυο μακρινές ξαδελφάδες που κρατούσαν απ’ την γενιά της Χαριτίνης, παντρεύτηκαν και έκαναν παιδιά. 
Με το πέρασμα του χρόνου οι απόγονοί της είχαν διασκορπιστεί στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους.   Έτσι λοιπόν κι δυο ξαδελφάδες δεν είχαν συναντηθεί ποτέ.
Η μια έκανε  δυο γιους που τους ρούφηξε  η Μέδουσα ζητώντας το χρέος της, μα έκανε και  τρεις  κόρες που  μόνο μια είχε τα σημάδι της τρίαινας στο κορμί της .  Μόλις το είδε η μάνα της τρόμαξε πολύ.  Ήθελε να γλυτώσει η αγαπημένη της κόρη απ’ αυτή τη σκληρή κατάρα, να μη περάσει τα δικά της  βάσανα.
Την έδωσε σε μια γριά παραμάνα  και της είπε να την πάρει μακριά, σε τόπο που να μην  έχει θάλασσα, να μη της μιλήσει ποτέ και να μην  ξέρει τίποτα για  πελάγη και βαθιά νερά.
« Το όνομά της είναι Χαριτίνη, αλλά εγώ  την φωνάζω Χαριτώ,  πάρε την μακριά να μεγαλώσει χωρίς εμένα, ας την στερηθώ εγώ αρκεί  να μη ξέρει, να μη μάθει ποτέ ποια είναι. Να μην αντικρίσουν ποτέ τα μάτια της την θάλασσα και μαγευτεί από την ομορφιά της .»  

Η άλλη ξαδέλφη απόκτησε μόνο ένα γιο μονάκριβο και αγαπημένο.  Τον ονόμασε Αυγουστίνο και   στην σκέψη πως θα τον χάσει τρελαινόταν απ’ το πόνο και το θυμό . 
 « Μέχρι πότε θα πληρώνουμε αυτό το φρικτό φόρο στη Μέδουσα ;  Πότε θα χορτάσει αυτή η κακιά στρίγγλα ;  Πόσα αγόρια θα τραβήξει κοντά της ; 
 Η προ προ προ γιαγιά μου, η απερίσκεπτη δεν τα λογάριασε σωστά.  Και τι φταίω εγώ να χάσω το λατρεμένο μου παιδί ,  απ’ την δική της αμυαλιά ;»  Βαρυγκομούσε και αναθεμάτιζε την ώρα και την στιγμή που έγινε εκείνη η συμφωνία , που κανείς μέχρι τώρα δεν βρήκε τον τρόπο να λύσει αυτά τα μάγια.
 « Δεν μπορεί κάποιος τρόπος θα υπάρχει να σβήσει αυτή η κατάρα και να γλυτώσουν τα παιδιά μας. Έως πότε θα κλαίνε τα μάτια μας και τα πικρά μας δάκρυα θα γίνονται μαργαριτάρια και τα χαμένα αγόρια μας δελφίνια ;»
 Αφού σκέφτηκε και ξανασκέφτηκε,  πήρε τότε μια σκληρή απόφαση. Θα έπαιρνε το γιο της και θα τον έκρυβε από όλους,  να μη πλησιάζει ποτέ την θάλασσα και να μπει ποτέ σε καράβι και πνιγεί. 
 Πήγε κι έχτισε ένα  κάστρο στο πιο ψηλό βουνό , εκεί που κανένας  δεν ήξερε την θάλασσα κι ούτε την είχε δει ποτέ.
Έβαλε εκεί τον μονάκριβο γιο της και απαγόρευσε σε όλους τους υπηρέτες της να αναφέρουν αυτή τη λέξη και οποιαδήποτε άλλη είχε σχέση με πελάγη και ωκεανούς, ψάρια,  κοχύλια και κοράλια .  Ζωγραφιστές εικόνες και βιβλία δεν υπήρχαν με αυτά τα είδη και ο γιος της ο Αυγουστίνος δεν άκουσε ποτέ να μιλούν για την θάλασσα. Δεν ήξερε καν ότι υπήρχε κάπου μια απέραντη, γαλάζια,  πανέμορφη θάλασσα, μόνο  για τα άγρια βουνά, τα δάση και τα αγρίμια άκουγε ιστορίες.  Μεγάλωσε στερημένος από κάθε ελευθερία, απ’ το φόβο της μάνας του, μη της πάθει τίποτα και τον χάσει . 
Ο Αυγουστίνος έγινε κοτζάμ παληκαράκι, ότι επιθυμούσε το είχε αμέσως, αλλά τα χείλη του δεν χαμογελούσαν ποτέ.  Ένιωθε ότι κάτι του έλειπε, δεν ήξερε τι έκρυβε έξω ο κόσμος, καταλάβαινε ότι δεν του έλεγαν την αλήθεια.  Έγινε δύστροπος και ιδιότροπος.  Τίποτα δεν τον ευχαριστούσε.
Η μάνα του σκέφτηκε πως ήρθε ο καιρός να παντρευτεί και να κάνει παιδιά,  μήπως κι  έτσι βρει ενδιαφέρον στη ζωή του και νιώσει ευτυχισμένος. 
Έφυγε λοιπόν μόνη της κρυφά και γύριζε όλες τις γύρω πολιτείες και τα χωριά.  Όπου έβλεπε όμορφες κοπελιές τις πλησίαζε και τις ρωτούσε. 
«Τα βουνά σ’ αρέσουν πιο πολύ ή η θάλασσα ;»
Όλες οι κοπέλες ήξεραν τι είναι η θάλασσα και αναλόγως της απαντούσαν.  Τότε εκείνη απογοητευμένη έφευγε για αλλού να ρωτήσει άλλες κοπέλες.   Πέρασε χρόνος πολύς και ακόμη δεν είχε βρει κοπέλα που να μη ξέρει τι είναι η θάλασσα .  Ώσπου κάποια μέρα κατάκοπη έφτασε σε μια πηγή να πιει νερό και να ξαποστάσει.
Τότε ήρθε μια χωριατοπούλα να ποτίσει τις τρεις  κατσικούλες της.   Το ντύσιμο της ήταν πολύ φτωχικό και το σκούρο τσεμπέρι που φορούσε της έκρυβε την ομορφιά.  Της αρχόντισσας δεν της γέμισε το μάτι, ούτε που θα την ήθελε αυτή για νύφη της, όμως δεν κρατήθηκε και την ρώτησε κι αυτή.
«  Δεν μου λες κοπελιά μου,το βουνό σ’ αρέσει πιο πολύ ή θάλασσα;»
« Τι είναι αυτό ;  Τι είναι η θάλασσα ;  Πρώτη φορά ακούω αυτή τη λέξη .»
« Αλήθεια !  Δεν ξέρεις τι είναι η θάλασσα ;  και πως σε λένε κορίτσι μου ;»
« Χαριτίνη , αλλά Χαριτώ  με φωνάζει η βάγια μου.»
Η αρχόντισσα στραβομουτσούνιασε ακούγοντας αυτό το μισητό όνομα της προ προ προ γιαγιάς της, αλλά έδωσε τόπο στο θυμό της και δεν μίλησε.  Αυτή η κοπέλα δεν ήξερε τι είναι η θάλασσα, άρα μόνο αυτή θα μπορούσε να γίνει νύφη της. 
Την πήρε μαζί της και της έταξε γάμο και χαρές με τον μοναχογιό της.  Το κορίτσι θαμπωμένο απ’ τα μεγάλα λόγια της αρχόντισσας  δέχτηκε με χαρά να παντρευτεί τον νεαρό Αυγουστίνο χωρίς καν να τον έχει δει κι ούτε καν ήξερε που ήταν αυτό το περίφημο κάστρο που θα έμενε μαζί του. 

Έγινε ο γάμος κατά πως ήθελε η αρχόντισσα.
 Η Χαριτώ με την καλοπέραση και τα ωραία ρούχα που φορούσε, έλαμψε και έδειξε η ομορφιά της.
 Κι ο Αυγουστίνος που πρώτη φορά στη ζωή του έβλεπε τόσο όμορφη κοπέλα την ερωτεύτηκε τρελά.
Κι η Χαριτώ τον ερωτεύτηκε  αμέσως μόλις τον είδε . Κι η αρχόντισσα έμεινε ικανοποιημένη που ταιριάξαν τα παιδιά κι ήσαν ευτυχισμένα.
 Όλα καλά ήσαν και όλα πήγαιναν κατ’  ευχήν .
 Όμως μέσα στο μυαλό της Χαριτώς είχε μείνει εκείνη η λέξη που δεν ήξερε τι ήταν .
 Η πεθερά της,  της είχε απαγορεύσει να αναφέρει αυτή τη λέξη, ούτε γι αστείο.   Η γυναικεία της περιέργεια την έτρωγε.  Ρωτούσε κρυφά τους υπηρέτες αλλά κανείς δεν ήξερε. 
Μια μέρα την άκουσε ο Αυγουστίνος που ρωτούσε μια κανούργια υπηρέτρια που είχε έρθει στο κάστρο. « Όσους ρωτάω κανείς δεν ξέρει .  Εσύ  εκεί που ήσουν, στην πολιτεία που έμενες , ξέρεις τι είναι η θάλασσα ; Είδες ποτέ σου τι είναι ;»  Η υπηρέτρια κούνησε αρνητικά τους ώμους .
Όμως εκείνος  παραξενεύτηκε , τι ήταν αυτό που ρωτούσε η γυναίκα του κι αυτός δεν το είχε ξανακούσει .
« Πες μου κι εμένα τι είναι αυτό ;  Που το άκουσες;»
« Η μάνα σου το είπε . Αυτή μόνο ξέρει τι είναι θάλασσα , αλλά δεν μας το λέει .»
Η αρχόντισσα θύμωσε τρομερά .  Μάλωσε την νύφη της που την παράκουσε , χωρίς όμως να τους εξηγήσει γιατί , για ποιο λόγο μισούσε τόσο πολύ τη θάλασσα .  « Είναι κάτι που δεν υπάρχει !»  Αλλά ότι κι αν τους έλεγε δεν τους έπειθε .    Αυτή η απορία άρχισε να τρώει σαν σαράκι τον Αυγουστίνο .  Ήθελε να μάθει και κανείς δεν του έλεγε . Αλλά  κι η Χαριτώ υπέφερε μαζί του , γιατί κι αυτή ήθελε να μάθει .  Χάθηκε το κέφι τους και η χαρά τους .  Τίποτα δεν τους ευχαριστούσε πλέον. Το μυαλό τους και η καρδιά τους ποθούσαν να δουν την θάλασσα . 
Η μάνα διπλοκλείδωσε τις πόρτες  του κάστρου και δεν μπορούσε κανείς να ξεμυτίσει  έξω. Έβαλε φρουρούς στις πύλες και παρακολουθούσε κάθε κίνηση του γιου της και της νύφης της.   Τα παιδιά κάθε βράδυ κλαίγανε αγκαλιασμένα στη κάμαρά τους.   Νιώθανε πως ήσαν φρικτά φυλακισμένα σ’ ένα κάστρο σκοτεινό και θλιβερό .  Η αγάπη της μάνας είχε γίνει πια καταπιεστική και καταναγκαστική . Μια αγάπη δυνάστης  !  Ποτέ δεν θα γλύτωναν απ’ αυτή .  « Εγώ το καλό σας ζητάω , νομίζετε πως θέλω να σας δω δυστυχισμένους ;»   τους έλεγε και προσπαθούσε να τους αποτρέψει από το να ξεφύγουν μακριά της,  δραπετεύοντας .       
Μέχρι που ήρθε η στιγμή και τα παιδιά δεν άντεξαν άλλο .  Έφτιαξαν από τα μεταξωτά σεντόνια ένα μακρύ κορδόνι και πιάστηκαν από αυτό , κατέβηκαν προσεχτικά απ’ το ψηλό παραθύρι της κάμαράς τους και βρέθηκαν έξω απ’ το κάστρο .  Ήταν νύχτα σκοτεινή χωρίς φεγγάρι και κανείς δεν τους είδε που έφυγαν τρέχοντας μέσα στο άγριο δάσος .
Έτρεχαν , έτρεχαν μέρες και νύχτες σαν κυνηγημένοι .  Δεν ήξεραν κατά που να τραβήξουν .  Πέρασαν δύσβατα φαράγγια , απόκρημνα στενά , πυκνά δάση με αγρίμια και αγριεμένα ποτάμια που κατέβαζαν με δύναμη τα νερά τους σε φοβερούς  καταρράχτες . 
Κάποτε έφτασαν σε πιο ήμερους τόπους , είδαν μικρά χωρουδάκια  με χαμόσπιτα και περιβόλια , κοπάδια που βοσκούσαν στα λιβάδια , κάμπους γεμάτους χρυσά στάχια έτοιμα να θεριστούν. Περπάτησαν ακόμη και έφτασαν σε μια μεγάλη πολιτεία με ψηλά κτίρια, με δρόμους και μαγαζιά, ανθρώπους διαφορετικούς , ντυμένους με ωραία ρούχα , καπέλα και δερμάτινα παπούτσια .
Θαύμαζαν  ότι έβλεπαν γύρω τους , αλλά η λαχτάρα τους να μάθουν τι είναι η θάλασσα , τους έκανε να προχωρήσουν ακόμη πιο μακριά .  Κάποτε έφτασαν σε ένα χαμηλό λόφο και κοίταξαν γύρω γύρω θαμπωμένοι .  Πράσινες πεδιάδες με δέντρα γεμάτα καρπούς , αγριολούλουδα και ήρεμα ποταμάκια με κρυστάλλινα νερά .
« Που πάει το νερό του ποταμού παππού ;»ρώτησαν ένα γέρο που έσκαβε στο περιβόλι του .
« Που πάει;  Στη θάλασσα βέβαια !» απάντησε εκείνος θεωρώντας  τόσο κουτή την ερώτησή τους.
« Εσύ ξέρεις παππού τι είναι η θάλασσα ;»
« Εμ δεν ξέρω ;»
« Πες μας και μας να μάθουμε .»
« Να κοιτάχτε προς τα εκεί , στο βάθος του ορίζοντα πέρα μακριά φαίνεται η θάλασσα .»
Ο Αυγουστίνος και η Χαριτίνη κοιτάχτηκαν χαρούμενοι . Επιτέλους  να η θάλασσα .  Γαλάζια και λαμπερή κάτω απ’ τις χρυσές αχτίδες του ήλιου .  Μαγεύτηκαν απ’ την ομορφιά της και έτρεξαν αμέσως να την βρουν , να μπουν στην αγκαλιά της και να κολυμπήσουν στα νερά της.     
 Έχτισαν ένα σπιτάκι στην ακροθαλασσιά , φτιάξαν και μια βαρκούλα και βγαίναν στα ανοιχτά για ψάρεμα .  Έτσι περνούσε η ζωή τους ωραία και ευτυχισμένα .  Μια μέρα πρόσεξε ο Αυγουστίνος ένα σημαδάκι που είχε στην κοιλιά η γυναίκα του η Χαριτώ . Έμοιαζε με τρίαινα του Ποσειδώνα .
« Τι σημάδι είναι αυτό καλή μου ;»
« Δεν ξέρω, το έχω από τότε που γεννήθηκα .»
Δεν γνώριζαν την ιστορία της προ προ προ γιαγιάς τους .  Οι μάνες τους για να τα προφυλλάξουν απ’ το κακό,  ποτέ δεν τους  είπαν την αλήθεια .
 Από αγάπη βέβαια το έκαναν , αλλά η άγνοια είναι χειρότερη .  Αλλά  όσο είχαν άγνοια κινδύνου ζούσαν   ευτυχισμένοι !     
Όμως δεν ξέρανε ότι μέσα στο μαύρο βυθό καραδοκούσε η Μέδουσα , έτοιμη να εισπράξει το χρέος της .  
Το αγαπημένο ζευγάρι είχε τόσο πολύ δεθεί με τη θάλασσα λες και σ’ όλη τη ζωή τους είχαν ζήσει εκεί . Λες και ξέχασαν ότι οι μάνες τους θέλανε να την ξεγράψουν τελείως απ’ το μυαλό τους. 
 Αλλά  ήσαν πλάσματα πελαγίσια και μες τις φλέβες τους κυλούσε η αλμύρα της .
 Κάθε πρωί έβγαιναν και  την καλημέριζαν με το πρώτο φως του ήλιου , ανέπνεαν βαθιά μέχρι τη ψυχή τους την αύρα της και έπεφταν να κολυμπήσουν στα γαλανά νερά της.  Τους άρεσε να καταδύονται στο βυθό της και να ανακαλύπτουν το καταπληκτικό κόσμο της .  Κάθε μέρα πήγαιναν όλο και πιο βαθιά , έμεναν ώρες μέσα στο νερό  χωρίς να παίρνουν ανάσα  λες και ήσαν ψάρια .  Μια μέρα σαν μαγεμένοι ξανοίχτηκαν  πολύ μακριά , όταν βγήκαν στην επιφάνεια είδαν πως δεν υπήρχε γύρω τους στεριά . Τότε σηκώθηκε ένα φοβερό μπουρίνι , αέρας , αστραπές και βροντές και πελώρια κύματα χύμηξαν να τους πνίξουν .   Τους είχε μυριστεί η Μέδουσα κι είχε έρθει η ώρα να πληρώσουν το χρέος τους .
Τους  ρούφηξε και τους δυο στο σκοτεινό της παλάτι .
«Εσύ μπορείς να φύγεις , είπε στην Χαριτώ . Μόνο τον άνδρα σου θέλω , αυτός είναι τάξιμο δικό μου , από σένα θα πάρω τους γιους σου άμα  θα γεννήσεις .» Έπιασε τον Αυγουστίνο και τον έκλεισε σε χρυσό κλουβί , να μείνει σκλάβος της για πάντα . Η κοπέλα με δάκρυα στα μάτια την παρακαλούσε να τον ελευθερώσει και να τον αφήσει να ζήσει μαζί της .
« Ζήτα τι θέλεις  να σου προσφέρω για να μου δώσεις πίσω τον άνδρα μου ;»
« Μόνο αν μου χτίσεις ένα παλάτι από τα δάκρυα της γοργόνας και των θυγατέρων της  θα σου τον δώσω πίσω και θα λύσω την κατάρα  μια για πάντα .»
Η μοχθηρή  Μέδουσα πίστευε πως αυτό που της ζητούσε ήταν ακατόρθωτο .  Γέλασε με κακία . Αποκλείεται να γινόταν αυτό .  Τι χαζή που είναι αυτή η κοπέλα , σκέφτηκε , νομίζει πως θα τα καταφέρει .
Η Χαριτώ έκλαψε , έκλαψε , απελπισμένη και τα δάκρυα της γίνονταν μαργαριτάρια . Τότε  το γοερό της κλάμα ακούστηκε σ’ όλα τα πελάγη και τους ωκεανούς  . Το άκουσαν τα δελφίνια και ήρθαν απ’ όλες τις θάλασσες να την βρουν .     
« Μη στενοχωριέσαι  Χαριτώ , εσύ κατάγεσαι από γοργονίσια γενιά . Έχεις δύναμη και ικανότητες πολλές και θα νικήσεις την κακιά Μέσουσα . Εμείς θα σε βοηθήσουμε να τα καταφέρεις .»
Και της είπαν όλη την ιστορία και όλα αυτά που δεν ήξερε , για την προ προ προ γιαγιά της που έταξε όλα τα αρσενικά παιδιά της στη Μέδουσα .  Και όταν δάκρυα  της έγιναν μαργαριτάρια ,κατάλαβε  το γρίφο . Άρα τα πικρά δάκρυα της γοργόνας ήσαν αυτά.  Ήθελε ένα μαργαριταρένιο παλάτι .
« Και που θα βρω τόσα μαργαριτάρια ; Χρειάζονται πολλά !»
« Εμείς θα τα βρούμε και θα στα φέρουμε .»
Έφυγαν τότε τα δελφίνια να ψάξουν να βρουν μαργαριτάρια  .  Μέσα σε λίγες ώρες έφεραν σωρούς απ’ αυτά τα πολύτιμα πετράδια και τα απόθεσαν στα πόδια της . 
«Και τώρα να αρχίσουμε το χτίσιμο , αλλά όχι εδώ . Ξέρουμε  μια σκοτεινή θαλάσσια σπηλιά που όποιος μπαίνει μέσα δεν ξαναβγαίνει . Θα χτίσουμε το παλάτι μπροστά  στο στόμιο της σπηλιάς , έτσι ώστε να μη φαίνεται . Και μόλις μπει μέσα η Μέδουσα θα κλείσουμε την σπηλιά με μαργαριτάρια , κοράλια , βότσαλα και βράχους,   να μείνει για πάντα φυλακισμένη εκεί μέσα.»
Τα δελφίνια άρχισαν αμέσως το χτίσιμο και η Χαριτώ τα βοηθούσε  δουλεύοντας  κι αυτή σκληρά .
Όταν τελείωσαν , απόμεινε να κοιτά με θαυμασμό  αυτό τo μαργαριταρένιο παλάτι .  Πίσω του όμως βρισκόταν η σκοτεινή σπηλιά που θα έκλειναν μέσα τη Μέδουσα . Δεν έπρεπε να γίνει κανένα λάθος και καταλάβει τι θα πάθαινε . Έπρεπε να την ξεγελάσει και να πάρει πίσω τον αγαπημένο της πριν προλάβει και τον μεταμορφώσει κι αυτόν σε δελφίνι . 
« Έλα καλή μου Μέδουσα . Έλα να δεις τι όμορφο μαργαριταρένιο παλάτι σου έφτιαξα .»
«Μπα ; Πως τα κατάφερες ;  Δεν το πιστεύω ! Κάτσε να μπω πρώτα μέσα να δω αν είναι ωραίο ;»
« Η συμφωνία είναι συμφωνία και ότι λέμε δεν ξελέμε, δώσε μου πίσω τον άνδρα μου, λύσε την κατάρα, και μετά θα μπεις μέσα .»
Η Μέδουσα  άπληστη όπως ήταν θαμπώθηκε απ’ τα πολύτιμα πετράδια και την  ομορφιά  τους . Βιαζόταν να μπει μέσα στο παλάτι της κι ελευθέρωσε τον όμορφο  Αυγουστίνο απ’ το χρυσό κλουβί.
« Ορίστε πάρε πίσω τον άνδρα σου και δώσε  το κλειδί του παλατιού μου να μπω μέσα .»
Η Χαριτώ αγκάλιασε τον Αυγουστίνο και έτσι αγκαλιασμένοι σφικτά κολύμπησαν γρήγορα και βγήκαν στην επιφάνεια της θάλασσας .
Μόλις μπήκε η Μέδουσα μέσα στο παλάτι βρέθηκε μέσα στην σκοτεινή σπηλιά . Τότε όλα τα δελφίνια μαζί , σαν να έγινε σεισμός , σήκωσαν μεγάλη αντάρα και  γκρέμισαν με δύναμη το παλάτι ,σχηματίστηκε ένας πελώριος σωρός από μαργαριτάρια που έκλεισε το στόμιο της σπηλιάς αφήνοντας τη Μέδουσα κλεισμένη μέσα για πάντα .
Έτσι κανείς πια δεν φοβόταν αυτό το τρομερό στοιχειό και τα πλάσματα της θάλασσας άρχισαν να ζουν ξένοιαστα και ελευθερωμένα  απ’ την μοχθηρία και την κακία της .
Η  αληθινή αγάπη είχε νικήσει ! Το χρέος είχε ξοφληθεί ! 
Τα μάγια της λύθηκαν και κανένα αρσενικό παιδί δεν θα  άρπαζε  να το κάνει δελφίνι και οι κόρες της γοργόνας που είχαν το σημάδι της τριαίνας δεν θα έκλαιγαν άλλο πια ,  τα χαμένα τους αγόρια  . 
Η Χαριτώ και ο Αυγουστίνος , έζησαν μέχρι τα βαθιά τους γεράματα στο σπιτάκι της ακροθαλασσιάς Απόκτησαν τρία αγόρια και τρία  κορίτσια ,πολλά  εγγόνια και δισέγγονα . 
Και τις νύχτες με το ολόγιομο φεγγάρι,τα έπαιρναν με τη βάρκα στα ανοιχτά και τους έλεγαν την ιστορία της ζωής τους, που έμοιαζε  σαν όμορφο παραμύθι . 




 Ζηνοβία  Μαρνέζη  Αύγουστος 2011           
                                   





5 σχόλια:

  1. Το δεύτερο και τελευταίο μέρος απο το παραμύθι μου. Ελπίζω να σας αρέσει !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΥΠΈΡΟΧΟ !!! ΜΠΡΑΒΟ ΖΗΝΑΚΙ !

    ΕΒΙΤΑ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ελα στο ιστολόγιο μου και συ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΕΒΙΤΑ , ΒΕΒΑΙΩς ΚΑΙ ΘΑ ΓΙΝΩ ΑΚΟΛΟΥΘΟς !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. ΜΑΚΑΡΙ ΝΑ ΛΥΘΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΜΑΣ ΚΑΠΟΤΕ !! ANASTASIA GUT!

    ΑπάντησηΔιαγραφή