Αρχειοθήκη ιστολογίου

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

ΑΚΟΥΣΕ ΜΕ

ΑΚΟΥΣΕ ΜΕ
Ένα πληγωμένο και πικραμένο παιδί ήταν ο Λευτεράκης. Οι γονείς του φάνηκαν ανάξιοι της περιστάσεως. Όμως για τον πατέρα του ένιωθε μεγάλη τρυφερότητα, τον υπερασπιζόταν όσο μπορούσε και τον φρόντιζε όταν τον έβλεπε να παραπαίει απ’ το μεθύσι. Εκείνο που τον τσάκιζε και τον πονούσε ήταν η αδιαφορία της μάνας του. Μάταια λαχταρούσε ένα της χαμόγελο, ένα της χάδι, έστω ένα της βλέμμα. Την έβλεπε σαν ερχόταν με την κουρσάρα του καινούργιου  άνδρα της,   να παραθερίσει στο χωριό, όλο αλαζονεία και ξιπασιά. Ντυμένη με τα πιο ακριβά ρούχα και τα ξανθά της μαλλιά κρεπαρισμένα στη τρίχα, ατσαλάκωτη και απρόσιτη.
Ο Λευτεράκης   έβρισκε τρόπους να περνάει από μπροστά της, για να της
 κλέψει  μια ματιά…αλλά εκείνη γύριζε αλλού το κεφάλι.
Τα βράδια την ονειρευόταν, να έρχεται να τον γλυκοφιλά και να τον νανουρίζει…και ήταν τόσο ευτυχισμένος στον ύπνο του. Αλλά το πρωί απογοητευμένος ερχόταν πάλι στην πραγματικότητα.
Έφτιαχνε με το μυαλό του διάφορες  ιστορίες, ότι τάχα δηλαδή μπορεί να μη ξέρει ότι είναι αυτός είναι το παιδί της και όταν το μάθει θα τρέξει αμέσως να τον αγκαλιάσει και να τον φιλήσει.
Δάκρυζε κρυφά όταν έβλεπε τους φίλους του, πόσο πολύ τους πρόσεχαν οι μαμάδες τους.
Αλλά η δική του μαμά είχε άλλο παιδί να αγαπάει. Το παιδί του άνδρα της, ένα κακομαθημένο βουτυρόπαιδο που ερχόταν να κάνει τον εξυπνάκια και τον νταή στα παιχνίδια τους στις αλάνες.
Μια μέρα ήθελε να παίξει κι αυτός μπάλα μαζί τους. Τα παιδιά τον φώναζαν μπούλη και μαμούχαλο πίσω από την πλάτη του και δεν τον χώνευαν, ούτε τον ήθελαν για παρέα.  Όμως μπροστά του, του έκαναν τεμενάδες… ήταν βλέπεις ο πρωτευουσιάνος με τον πλούσιο μπαμπά. Σε μια τρίπλα ο Λευτεράκης τον έσπρωξε άθελά του κι έπεσε και μάτωσε το γόνατό του…ο βουτυρομπεμπές.
Έβαλε τις τσιρίδες και τα κλάματα και η ήρθε η κυρία Θεανώ να υποστηρίξει το καμάρι της και να μαλώσει τα χωριατόπαιδα που τον έσπρωξαν.
«Ποιος το έκανε αυτό εε; Ποιος;»
Ο Λευτέρης στάθηκε θαρρετά μπροστά της. Δεν περίμενε να τον μαλώσει…τι στο καλό ήταν η αληθινή του μαμά…ενώ του άλλου ήταν η μητριά του.
Άστραψαν τα μάτια της από θυμό, τον άρπαξε απ’ το αυτί και του έριξε ένα δυνατό σκαμπίλι.
«Να μάθεις παλιοαλήτη…βρωμόπαιδο…
Το παιδί δεν ήξερε τι τον πόνεσε πιο πολύ…το αυτί  του, το μάγουλό του ή η ψυχούλα του;

Ήθελε  να ανοίξει η γη να τον καταπιεί από την προσβολή που του έκανε η ίδια του η μάνα. Οι φίλοι του πάγωσαν όταν είδαν να πέφτει το χαστούκι στο μαγουλάκι του.
Το παιχνίδι χάλασε και τα παιδιά ένα ένα έφευγαν σιωπηλά για το σπίτι  τους.  Η Θεανώ τράβηξε τον προγονό της απ’ το χέρι κι έφυγαν κι αυτοί. «Αυτά παθαίνεις όταν παίζεις με τα χωριατόπαιδα, σου έχω πει να μην ανακατεύεσαι μαζί τους.»
Μερικές κυράδες που ήσαν μπροστά στο συμβάν έφριξαν από την σκληράδα της. Ακόμα και μια πέτρα θα ράγιζε για το σπλάχνο της. Μια γερόντισσα της πέταξε με αγανάκτηση μια κουβέντα.
 «Σκύλα όταν έβγαζες τα μάτια σου με τον Δρακούλη ήταν καλά; Τώρα δεν το θες το παιδί!»
Μια άλλη σιγοντάρισε κουνώντας το κεφάλι. « Παιδί της είναι δεν το πονά;»
Η Θεανώ τις αγριοκοίταξε και σφύριξε μέσα από τα δόντια της.
«Θα σας φτιάξω εγώ παλιοσκρόφες, να δούμε που θα βρείτε τρύπα να κρυφτείτε.»
Λούφαξαν κι άλλες και δεν μίλησαν.
 Μόνο η γερόντισσα σήκωσε το δάχτυλο και της είπε θαρρετά.
« Ει συ που μας κάνεις την κυρία …ακουσε με … Θα έρθει η μέρα που θα σέρνεσαι σαν το φίδι και κανείς δεν θα σε πλησιάζει. Αυτή θα είναι η τιμωρία σου άσπλαχνη γυναίκα. Και την τρύπα που μας απειλείς,  αυτός που τώρα κανακεύεις, εκεί θα σε κλείσει.  Και η ψυχή σου θα βγει μόνο όταν έρθει ο γιος σου και σε συγχωρήσει.»
Η Θεανώ ανατρίχιαζε από φρίκη αλλά γέλασε περιφρονητικά και της είπε. «Μπα είσαι και προφήτισσα, παλιόγρια. Κοίτα τα δικά σου τα στερνά που έχουν πλησιάσει επικίνδυνα.»




Ο Λευτέρης με πληγωμένη την ψυχούλα του, δεν ήθελε να πάει στο σπίτι, μη τον δει ο πατέρας του και τον ρωτήσει τι έχει. Δεν ήθελε να τον στενοχωρήσει. Έτσι κίνησε να πάει στην αγαπημένη του κρυψώνα.
Ήταν ένας παραμελημένος στάβλος κοντά στο σπίτι του.  Εκεί κάποτε υπήρχε ένα άλογο, ίσως κι άλλα ζώα , αλλά ο Λευτεράκης δεν είχε  προλάβει να τα δει. Τώρα εκεί υπήρχε μόνο μια σούστα με μια ρόδα σπασμένη και ένα παχνί με τα άχυρα.
Εκεί έτρεχε κάθε φορά που είχε ανάγκη να μιλήσει με  τον φίλο του. Γιατί το παιδί είχε ένα φίλο, κρυφό απ’ όλους. Το κρατούσε μυστικό, γιατί δεν ήθελε να τον μοιραστεί με κανέναν άλλον.
Η πρώτη φορά που μίλησε με αυτόν τον μυστικό του φίλο, ήταν ακόμη πολύ μικρούλης, είχε ξεφύγει απ’ την επιτήρηση του πατέρα του που μεθυσμένος είχε πέσει στο στρώμα και δεν έπαιρνε χαμπάρι τίποτα.  Ο μικρός λυπημένος είχε βγει στο δρόμο και τα βήματά του τον οδήγησαν   σ’ αυτόν τον ερειπωμένο  στάβλο. Είχε χωθεί μέσα στα άχυρα και έκλαιγε, όταν ένας παππούς με μειλίχιο και αγαθό πρόσωπο κάθισε κοντά του και τον ρώτησε.
 «Τι έχεις μικρούλη μου; Γιατί κλαις;» Το παιδί ένιωσε ασφάλεια κα μια περίεργη στοργή γι αυτόν τον παππού. Μίλησαν πολύ ώρα και του είπε όλα τα βασανάκια του και ο παππούς τον συμβούλευε με γλυκό και τρυφερό τρόπο.
 «Δεν έχω παππού και θα ήθελα πολύ κάποιον σαν εσένα.»
«Τότε να έρχεσαι όποτε θέλεις να μιλάμε. Αλλά να μην το πεις σε κανένα. Θα είναι το μυστικό μας.

Έτσι,  όταν ήθελε να ηρεμήσει η καρδούλα του από τις λύπες του εκεί έτρεχε, εκεί έβρισκε καταφύγιο. Ο μυστικός παππούς του έλεγε πολύ ωραίες ιστορίες, του μιλούσε για πράγματα που δεν τα φανταζόταν. Του έλεγε ότι είχε κάποτε ένα περήφανο άλογο που έτρεχε σαν τον άνεμο. Και ο μικρός τον άκουγε μαγεμένος και το μυαλουδάκι του ταξίδευε μαζί του.
«Θέλω κι εγώ να αποκτήσω ένα άλογο όταν μεγαλώσω. Να τρέχει σαν τον άνεμο και να με πηγαίνει σε μέρη και σε τόπους που δεν έχει δει ανθρώπου μάτι.»
Κι ονειρευόταν ο μικρός με τις ιστορίες του σοφού παππού και ημέρευε η ψυχή του. Γυρνούσε τότε στο σπίτι του χαρούμενος και ξεχνούσε  τις αιτίες που τον έκαναν να κλαίει.
Έτσι και εκείνη τη μέρα πήγε κλαμένος να κρυφτεί στον καταφύγιο του. Να βρει παρηγοριά στον φανταστικό παππού του. Μόνο αυτός μπορούσε να τον δει και να τον ακούσει, σε κανένα άλλον δεν φανερωνόταν γιατί μόνο η παιδική και άδολη ψυχή του μπορούσε να τον δημιουργήσει.
«Τι έχεις σήμερα παιδί μου; Τα ματάκια σου είναι κόκκινα απ’ το κλάμα και το μαγουλάκι σου έχει πάνω σημάδια από δαχτυλιές. Ποιος σε χαστούκισε;» 
Ο παππούς ήταν θυμωμένος.
Είχε καταλάβει.  Όλα τα ήξερε ο παππούς χωρίς να περιμένει να του τα πει εκείνος.
-«Ακουσε με παιδί μου, και βάλτα καλά στο μυαλό σου αυτά που θα σου πω.  Να μάθεις να μην αποζητάς την αγάπη εκεί που δεν υπάρχει. Δεν είναι όλοι άνθρωποι ευλογημένοι να αγαπάνε.»
«Μα είναι η μάνα μου παππού … η αληθινή μου μάνα.    Γιατί με μισεί; Μήπως δεν είμαι καλό παιδί;  Μήπως την ντροπιάζω; Εγώ φταίω που δεν είμαι άξιος της αγάπης της;»
«Στο σχολειό σου μάθατε για τους πρωτόπλαστους,  που  ο Θεός καταράστηκε την Εύα να γεννάει  με πόνο τα παιδιά της. Έτσι και όλες οι γυναίκες από τότε με πόνο γεννούν τα παιδιά τους. Αλλά δεν είναι μόνο ο σωματικός πόνος, αυτός περνάει αμέσως και ξεχνιέται.  Άλλος είναι ο πόνος…είναι η έννοια που έχουν σ’ ολόκληρη τη ζωή τους για τα παιδιά τους. Μέχρι να κλείσουν τα μάτια τους οι μανάδες πονάνε για αυτά από την  πολύ αγάπη.   Κι αυτή είναι η ευλογία τους παιδί μου. Ο Θεός με την φιλευσπλαχνία του αυτή τη κατάρα την έκανε ευλογία.
Υπάρχουν όμως και οι γυναίκες που δεν την δέχτηκαν αυτή τη ευλογία γιατί απλώς δεν ήθελαν να την δεχτούν.»
«Και η δική μου μαμά δεν την δέχτηκε παππού; Γιατί;»
  «Μη ρωτάς γιατί δεν υπάρχει απάντηση.  Ίσως για να μάθεις να στέκεσαι στα δικά σου πόδια, στις δικές σου δυνάμεις. Οι γονείς σου ήσαν ανώριμα παιδιά όταν σε έκαναν, δεν ήξεραν να αγαπήσουν.  Κι ο πατέρας σου αν σ’ αγαπούσε θα φρόντιζε για σένα και δεν θα κατρακυλούσε στο πιοτό.»
« Μα ο μπαμπάς μου με φροντίζει, ότι κι αν κάνει υπάρχει πάντα φαγητό στο τραπέζι μας και ζεστά ρούχα να φορέσω και…»
 «Η αγάπη δεν είναι  υλική. Είναι η ψυχή μας και το πνεύμα μας, είναι αυτό που δίνει το φως και την ευτυχία στην καρδιά μας.
Και ο πατέρας σου δεν το έχει αυτό το φως, μόνο σκοτάδι έχει και δεν μπορεί να σε δει. Εσύ όμως είσαι δυνατός, έχεις αντοχές μέσα σου που ακόμα δεν τις έχεις ανακαλύψει. Γι αυτό να μην αφήσεις ποτέ κανένα να σε κάνει να ξανακλάψεις.  Αυτά  τα λόγια να θυμάσαι από μένα.
«Και συ παππού. Έχω και σένα …»
«Εγώ θα φύγω πια παιδί μου. Δεν με χρειάζεσαι άλλο, μεγάλωσες … κατάλαβες τι αξίζει να κρατάς και τι να προσπερνάς … και  όταν κάποιος θα σε πληγώνει, να θυμάσαι τον μπάρμπα Ανδρέα τον παππού……… 

Ζηνοβία Μαρνέζη 19-1-2015



11 σχόλια:

  1. Μια ιστορία της Δευτέρας που διαβάστηκε στο Magic radio live !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Την απόλαυσα πραγματικά. Όμορφη γραφή όσο και οι εικόνες .

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Έτσι Μαρία μου ξεδιπλώνουμε τις σκέψεις μας καθε Δευτερα στον μαγικό ραδιοφωνο !

      Διαγραφή
  3. ολοι ειχαμε ενα λευτερακη μεσα μας η στη παιδικη μας παρεα. στις παιδικες αναμνησεις

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Άσωτε πολύ χαίρομαι που σε ξαναβλέπω εδώ. Μερικές φορές τα παιδικά τραύματα καθορίζουν την ζωή μας.

      Διαγραφή
  4. Ζηνα μου οπως παντα μαγευεις με τις ιστοριες σου! Καλη εβδομαδα! Φιλακια πολλα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κική μου σ΄ευχαριστώ που με ενθαρρύνεις πάντα, Ξέρεις πως ο "καλλιτέχνης" για ένα χειροκρότημα ζει.

      Διαγραφή
  5. Πολύ όμορφη ιστορία και με δυνατά μηνύματα.
    Καλό μήνα Ζηνοβία με ότι καλό μπορεί να σου φέρει!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Λάχεσις σ΄ευχαριστώ πολύ σου ευχομαι τα καλυτερα και σένα αυτό το μήνα !

      Διαγραφή